Λογοτεχνία



"Αγρίμια κι αγριμάκια μου"

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
“SEXUS”
του Θεοδόση Βολκώφ
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015

«Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα/ κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω»: Οι δύο πρώτοι στίχοι της πιο πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Βολκώφ δεν αφορούν μόνο τον έρωτα απέναντι σε ένα ποιητικό Εσύ. Στην πραγματικότητα συνιστούν επίκληση στην ίδια την Ποίηση και τη Ζωή, μια επίκληση γεμάτη πάθος και άσβεστη δίψα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συλλογή.

Μετά την απολαυστικά κωμική και καυστική, αλλά και μαστορικά δουλεμένη συλλογή σονέτων με τις ιστορίες του Pietro Aretino εν έτει 2013, την οποία η κριτική επιδεικτικά αγνόησε, ο Βολκώφ ανακτά το οικείο του ποιητικό πρόσωπο, σοβαρό και στιβαρό, για να γράψει για τον Έρωτα: έναν έρωτα πιστό ή άπιστο, σταθερό ή πρόσκαιρο, πάντως έναν έρωτα σαρκικό, λάγνο και ακόρεστο. Εξού και ο τίτλος της συλλογής, δοσμένος στα λατινικά κατά την προσφιλή συνήθεια του ποιητή. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί ―/ πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο» ή αλλού «Αυτή που υποτάσσεται προστάζει,/ της λείας λεία αυτός που κυνηγά. (…)/ το σώμα το αντρίκειο πώς σπαράζει/ και της γυναίκας το κορμί πώς σπαρταρά…».

Ποιητικές συλλογές με θέμα τον έρωτα υπάρχουν πάμπολλες ―πώς αλλιώς, αφού ένα πολύ μεγάλο μέρος της ποίησης μιλά για τον έρωτα και το θάνατο, τα δύο βασικά θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο. Ούτε και η πρώτη φορά είναι που ο ίδιος ο Βολκώφ καταπιάνεται με το θέμα αυτό, το οποίο ο αναγνώστης του εντοπίζει τόσο στα πρωτόλεια Τραγούδια της ψυχής και της κόρης, όσο και στη μεταγενέστερη Missa Brevis. Επαναλαμβάνεται, λοιπόν, και κοινοτοπεί ο ποιητής; Κάθε άλλο. Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει αυτή τη συλλογή από άλλες, είναι η αρρενωπότητά της, ή αλλιώς, το γεγονός ότι περιλαμβάνει μια ποίηση ‘αρσενική’. Τόσο καιρό ακούμε για ‘γυναικεία ποίηση’, έναν όρο που χρησιμοποιείται υποτιμητικά, μην κατορθώνοντας να ορίσει το προφανές: τον διαφορετικό –ούτε ανώτερο ούτε όμως κατώτερο– τρόπο έκφρασης που εκπηγάζει από τον διαφορετικό τρόπο βίωσης της πραγματικότητας, λόγω των συγκεκριμένων βιολογικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάθε φύλου. Λέμε, λοιπόν, ότι η ποίηση του Βολκώφ στο Sexus είναι ‘αρσενική’, με την έννοια ότι είναι διαποτισμένη από ένα χαρακτηριστικό καθαρά ανδρικό, παρόλο που σήμερα κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι διαμαρτύρονται ότι έχει ατονήσει ή αναληφθεί έως και αυτό από τη γυναίκα. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι άλλο από τον άνδρα-κυνηγό, τον άνδρα-αρχηγό της αγέλης, κατ’ επέκταση ισχυρό και επικρατές αρσενικό, και άρα το αρσενικό με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και διαιώνησης του είδους. Ο Βολκώφ γράφει για τον άντρα με τους όρους –βιολογικούς και κοινωνικούς– άλλων θηλαστικών που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, όπως το λιοντάρι ή ο λύκος. Γι’ αυτό, ούτε και η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου-alter ego του ποιητή στο πρώτο ποίημα της συλλογής –όπως και σε άλλα– είναι τυχαία. Ομοίως, οι στίχοι «σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγαπήσει» ή «ο καθένας θέλει (…) όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί» παραπέμπουν στις αγέλες των λιονταριών όπου το επικρατές αρσενικό λιοντάρι έχει το δικαίωμα γονιμοποίησης όλων των θηλυκών.

Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει τη συγκεκριμένη συλλογή από άλλες του είδους και ενυπάρχει ως αντίποδας του ζωικού ενστίκτου που επισημάναμε, είναι η πίστη σε μια δύναμη ανώτερη. Αυτή η δύναμη δηλώνεται στις σελίδες του βιβλίου άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, εκφράζοντας τις έντονες υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή. Ήδη στο τέταρτο ποίημα της συλλογής καταλήγει: «Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα». Για το άλμα ώς το «φύλο» με ένα «λ», η προσπάθεια που καλείται να καταβάλει ο αναγνώστης είναι αμελητέα. Έτσι, Θεός ονομάζεται συχνότατα και ο ίδιος ο φτερωτός θεός: «Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω/ αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ». Πολύ παρακάτω μάλιστα, το ομολογεί ευθέως: «Έτσι θρησκεύομαι –ένορχος, καβάλα» ή «Στο σώμα σου, κτιστέ ναέ ναών, ποιος Άγγελος φιλά ποιον Σατανά και στων κτηνών που σμίγουν το Ωσαννά (…)/ ποιος φίλερως εκμαίνεται Θεός…».

Η προσέγγιση του έρωτα από τον Βολκώφ είναι ρεαλιστική, σχεδόν κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο, εξού και οι σχετικές νότες στους τίτλους «Εκτόρειος ίππος», «Αχιλλέας και Πάτροκλος» κλπ. Εδώ όμως δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη ρεαλιστική περιγραφή ερωτικών σκηνών, αλλά και στη ρεαλιστική –και κωμικά δοσμένη– αποτύπωση της κοινωνίας του 2015 στο τιτλοφορούμενο ποίημα «Γυναίκες άλλων»: «Θεέ μου, όχι πάλι αυτό» (…) «να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων». Ο ποιητής δεν αρκείται όμως σε ένα ποίημα, αντιθέτως προσθέτει εν είδει επιμέτρου χωριστή ενότητα με τίτλο «Τα μοιχικά», αποτελούμενη από δώδεκα σονέτα, δύο εκ των οποίων λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος της ενότητας και εμφανίζουν ίδια ανάπτυξη.

Ο στίχος στο Sexus πληροί τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ο ποιητής έχει θέσει για την ποίησή του και οι οποίες είναι εμφανείς σε όλες του τις συλλογές. Πρόκειται για στίχο με ένταση και πάθος, με ένα ρωμαλέο σφρίγος που τον διαπερνά είτε περιγράφει την καταστροφή του κόσμου και τη δημιουργία του εξ αρχής (στο Γιουβενάλη) είτε αποδίδει την ηδονή και την πλήρωση της ερωτικής στιγμής (εδώ). Απαραγνώριστο στοιχείο του στίχου αυτού είναι το γεγονός ότι υπακούει στις φόρμες και τα μέτρα που υπαγορεύουν η παράδοση και οι χιλιετίες της λυρικής ποίησης: πάντα στίχος έμμετρος, σχεδόν πάντα ομοιοκατάληκτος, δομημένος συχνότατα σε σονέτα και παραλλαγές τους, αλλά και σε μπαλάντες και πλήθος άλλων μορφών. Τι λέει γι’ αυτό ο ποιητής στον αναγνώστη; «Κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα/ πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής/ στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα/ όμως εδώ καθόλου μη σταθείς». Αφενός ο εκφραστικός Τρόπος, αφετέρου η ειλικρίνεια και η σοβαρότητα με τις οποίες ο Βολκώφ αντιμετωπίζει την ποίηση και το γεγονός της γραφής, μας παραπέμπουν στον Παλαμά. Για τη γέφυρα με το σήμερα φροντίζει εν προκειμένω η θεματολογία του, η οποία μπορεί μεν να είναι διαχρονική, αλλά στον τρόπο έκφρασής της και το εύρος που υπονοεί, συνιστά καθρέφτη της σημερινής πραγματικότητας. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να είναι χαρακτηριστικότερη η ύπαρξη των «Μοιχικών».

Με την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του, ο Βολκώφ, αυτός ο κοσμοκαλόγερος που προτιμά την απομόνωση του γραφείου από τα λογοτεχνικά σαλόνια, αποδεικνύει έμπρακτα ότι συνιστά εξαιρετική περίπτωση και σε ένα άλλο επίπεδο, το πλέον ουσιώδες: είναι φορέας μιας ποίησης συνεπούς και ενιαίας και, προπάντων, είναι φορέας Ποίησης.

Αθήνα, 15 Ιουνίου 2015 
 
 
 
*****************************************






  Σαν άλλοι οιωνοσκόποι

Νίνα Μενδρινού
Κοχύλια από χρόνο
Κέδρος, 2014


«Πικρές ημέρες,/ αφέγγαρες νύχτες,/ πώς να σταθείς/ σ’ αυτές,/ φωνή/ πώς να κρατήσεις;» Η Νίνα Μενδρινού εισακούει την απάντηση και προτροπή του Χρόνου στο εναγώνιο αυτό ερώτημά της, κατορθώνοντας όντως να μετατρέψει αυτές τις ημέρες και νύχτες σε παρελθόν, στα μαγικά της κοχύλια από χρόνο, και να επιφυλάξει για τον εαυτό της τύχη υποσχόμενης διάρκειας.


Τα Κοχύλια από χρόνο δεν είναι άλλο, από αυτό που δηλώνουν. Αναμνηστικά δηλαδή ενθύμια από τα καλοκαίρια και τους χειμώνες της ζωής, κοχύλια που αποκτούν τη μορφή εικόνων, προσώπων, εποχών και φωνών. Πρόκειται δε για κοχύλια που αφενός συλλέγονται από το ταξίδι μες στο χρόνο, αφετέρου σωματοποιούν τον ίδιο το Χρόνο ως έννοια και δύναμη. Ακόμη, αφορούν ένα χρόνο όχι μόνο πραγματικό, αλλά και ονειρικά διεσταλμένο. Το αξιοπρόσεχτο στη συλλογή είναι ότι το ταξίδι μες στο χρόνο πραγματοποιείται αμφίδρομα, περιλαμβάνοντας όχι μόνο το βιωμένο παρελθόν της νεαρής ποιήτριας, αλλά και μια –ηλικιακά τουλάχιστον– μη βιωμένη ωριμότητα, σε αντίθεση με την εκφραστική της ωριμότητα όπως θα φανεί παρακάτω. Έτσι, πλάι στα θερινά σινεμά με το φλερτ και τις εμπιστευτικές συζητήσεις με τη φίλη της εικοσάχρονης, με έκπληξη συναντούμε τα ρυτιδωμένα και κηλιδωμένα χέρια μιας ηλικιωμένης στο ποίημα –σε πρώτο πρόσωπο– «Γεράματα», τις αναμνήσεις μιας γυναίκας «Κλείνοντας τα εβδομήντα» ή τις σκέψεις –αποτυπωμένες με θαυμαστό ρεαλισμό– μιας γυναίκας με άνοια. Κυρίαρχος σε ολόκληρη τη συλλογή είναι ο ρόλος της φύσης, μέσω της οποίας δηλώνεται η εναλλαγή των εποχών του έτους και των περιόδων της ζωής της γράφουσας: «Το τριζόνι,/ αιώνιος/ ραψωδός/ της νύχτας,/ ανέλπιδος/ εραστής/ των άστρων», αλλά και «Για χάρη σου/ (…) μέσα στη χειμωνιά/ θα ανθίσω/ και ας με κάψουν/ του Μάρτη/ τα ανοιξιάτικα/ χιόνια». Πίσω βέβαια από όλα αυτά, οικογενειακές αναμνήσεις, στιγμιαίες ατομικές μνήμες, χωρισμούς και αποχωρισμούς, αντικρίζουμε το βάρος της οντότητας, την ανθρώπινη ύπαρξη με τα απαραγνώριστα χαρακτηριστικά της: «Μη γελιέσαι,/ δεν υπάρχουν/ φυσιολογικές ζωές,/ μετρημένες λύπες/ υπάρχουν μόνο/ και μυστικά/ του ενός…» ή αλλού «παράξενα αινίγματα/ οι ψυχές,/ ζαριές απρόβλεπτες/ οι άνθρωποι». Κατά συνέπεια, δεν γίνεται αλλιώς, παρά να ασκηθεί κριτική απέναντι σε μια κοινωνία και μια εποχή, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί σήμερα από υπάρξεις αδύναμες: «…θα συγχωρέσει ίσως κάποτε/ ο Θεός, μα/ ‘οι τοίχοι έχουν αυτιά,/ ο κόσμος μάτια και βλέπει’» ή «Ευκολίες/ και παραδοξότητες/ μιας αμήχανης εποχής/ είχαμε φίλους πολλούς/ να πάμε μαζί/ για έναν καφέ,/ μα/ ούτε έναν/ μαζί να ξεδιψάσουμε/ νερό…»


Η συλλογή της Μενδρινού διαθέτει ποιητική ουσία. Αναφέραμε ήδη την εκφραστική της ωριμότητα, μια ωριμότητα θαυμαστή τόσο για το νεαρόν της ηλικίας της, όσο –κυρίως!– και για το ίδιο το γεγονός μιας δεύτερης μόλις ποιητικής συλλογής. Η Μενδρινού έχει στίχο λυρικό μες στην ελευθερία του: «Μια συλλαβή/ από το όνομά μου/ είναι ό,τι από εσένα/ μου απόμεινε» ή «χρόνια μου αλλοτινά,/ μη μου φανερωθείτε,/ καλά κρυφτείτε,/ μη σας βρω/ και καώ» ή ακόμη «ήμουν/ άνεμος/ θαλασσινός,/ ψυχή/ εξόριστη/ ναυτικού/ που δε γνώρισε/ αγκάλη,/ που ασκήτεψε/ στου Ονείρου/ την Ιθάκη». Άλλοτε πάλι γίνεται στίχος έντονα στοχαστικός, προσφέροντας αυτό με το οποίο ο ελεύθερος στίχος δικαιώνεται ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: σκέψεις και ιδέες. «Πάντα δίνει/ μια δεύτερη ευκαιρία/ η ζωή,/ ποτέ όμως/ ο χρόνος,/ ποτέ/ η μνήμη» ή το ασύγκριτο: «Έτσι είναι, άλλωστε,/ η φύση/ η ανθρώπινη:/ Και στις πιο αιώνιες/ αξίες της,/ θνητή.» Πέρα, λοιπόν, από την εκφραστική ωριμότητα και τις ιδέες, η ποίηση της Μενδρινού διαθέτει έντονη δραματικότητα που προκαλεί ειλικρινή και βαθειά συγκίνηση, αλλά και μια αφηγηματικότητα, όπως αυτή θα έπρεπε πάντα να υπάρχει στην ποίηση, προκειμένου να καθίσταται το εκάστοτε ποίημα κάτι το απτό που συνδιαλέγεται με τον αναγνώστη.


Για τα πολυάριθμα Κοχύλια από χρόνο θα θέλαμε ενδεχομένως και μια εσωτερική δομή σε ενότητες ή απαλοιφή ορισμένων (λίγων), προς το τέλος του βιβλίου, τα οποία διαφοροποιούνται από το υπόλοιπο σώμα, υφολογικά και όχι μόνον. Αυτό που σίγουρα θα έχρηζε απαλοιφής είναι τα τόσα αποσιωποιητικά που δασκαλεύουν τον αναγνώστη προσπαθώντας να δημιουργήσουν ένα κλίμα που από μόνοι τους οι στίχοι δημιουργούν. Στα «Κοχύλια» μπορεί να απουσιάζουν οι εξωτερικοί τύποι, υπάρχει όμως ουσία.


Σε αντίθεση με πολλές περιπτώσεις στο σημερινό λογοτεχνικό και ευρύτερο κόσμο, η ποίηση της Μενδρινού δεν υποκρίνεται κάτι άλλο από αυτό που είναι, ούτε προσποιείται γνώση του παντός και συναναστροφή με το Υψηλό και τα θεία. Αραδιάζει τα κοχύλια της, σαν αυτά που ο καθένας μας μαζεύει στις παραλίες της ζωής, και απλώνει το χέρι στον αναγνώστη, –σαν άλλοι οιωνοσκόποι– μαζί να τα “διαβάσουνε” και να ιαθούν.

 

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=5315)

 

___________________________________

 

Οι Στιγμές του Στυλιανού Αλεξίου...


 

Οι Στιγμές του Στυλιανού Αλεξίου


Τι να είναι αυτό που παρακινεί έναν σοφό των γραμμάτων να εκδώσει για πρώτη φορά εν έτει 2012 ποίηση γραμμένη την εξηντακονταετία 1939-1999, καταθέτοντας έτσι το δικό του ποιητικό καταστάλαγμα, τιτλοφορούμενο ως «Στίχοι επιστροφής»; Μήπως η ανάγκη απότισης φόρου τιμής και σε αυτό το είδος του λόγου ή μήπως ο σεβασμός και η ευσυνειδησία που χαρακτηρίζει τον ακούραστο θεράποντα της ελληνικής γλώσσας, απέναντι σ’ αυτήν την ίδια, αλλά και στις προσωπικές του εργασίες επ’ αυτής; Ο λόγος, για τον Στυλιανό Αλεξίου που με το δικό του πρώτα παράδειγμα καταδεικνύει πως στην ποίηση βιασύνη δεν χωρά, ούτε (θα ’πρεπε να) επιτρέπεται.

Ο τίτλος της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Αλεξίου δεν αναφέρεται μονάχα στην επιστροφή σ’ εκείνα τα χρόνια, από το 1939 ως το 1999, όπως ίσως κάποιος να υπέθετε. Μάλιστα, φροντίζει ο ίδιος στη σύντομη εισαγωγή της να ορίσει τον προορισμό του ανάπλωρου αυτού ταξιδιού. Πρόκειται για την κατάθεση της προσωπικής του άποψης (που ωστόσο εκφράζει μια γενικότερη), μέσα από κρίση και κριτική, έμμεση και άμεση, στα κρατούντα ρεύματα και τις τάσεις της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Ο Αλεξίου μιλά για μια διττή επιστροφή: την «επιστροφή στο συγκεκριμένο, στο βίωμα», κι αυτήν «στην οργανωμένη μορφή του λόγου». Κι εδώ πάλι, έρχεται με διατυπώσεις ξεκάθαρες κι ασυμβίβαστες, αφενός να προσδιορίσει το νοούμενο ως «οργανωμένη μορφή του λόγου», αφετέρου ν’ αποφανθεί πως «φαίνεται αμφίβολο αν ο λεγόμενος ‘ελεύθερος στίχος’ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάτι στο μέλλον». Αντιθέτως, τον κατηγορεί πως «οδήγησε στην πλήρη αδυναμία παραγωγής ρυθμικού κι ευφωνικού λόγου» και συνεχίζει πως με την κατάργηση «συγχρόνως της ποιητικής έκφρασης και του ποιητικού περιεχομένου, εξαφανίστηκαν τα βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους ποιητές». Δε διστάζει ακόμη να δηλώσει πως «νεοϋπερρεαλισμός, μοντέρνα ποίηση, ελεύθερος στίχος έχουν καταλήξει σήμερα να είναι ‘μανιέρα’» και πως «με τη σειρά τους, έχουν ξεπεραστεί». Με βλέμμα οξύ κι ανάλογη γλώσσα διακυρήττει ό,τι όλοι όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια της Κλειώς παρατηρούν και διαπιστώνουν: «Η ποίηση δεν έχει πια κοινωνική λειτουργία, δεν απευθύνεται σε κανέναν. Είναι προσωπική υπόθεση και ασχολία του κλεισμένου στο γραφείο ατόμου.» Αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι εν τέλει ο λόγος της τωρινής παρουσίασης της συλλογής και των ποιητικών πεπραγμένων του Αλεξίου: μια ηχηρή διαφωνία, αντίθεση κι αντίσταση απέναντι σε μια κακώς παγιωμένη πρακτική στην ποίηση.

Αληθεύει πως, τόσο λόγω του περιεχομένου, όσο και του τόνου με τον οποίο αυτό εκφέρεται, η εισαγωγή του Αλεξίου θα μπορούσε κάλιστα ν’ αποτελεί μανιφέστο και γνώμονα της ανθολογίας "Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό", με την ελπίδα πως το εκτόπισμα του μεγάλου αυτού θεωρητικού και πρακτικού της γλώσσας θα μπορούσε, αν όχι να πείσει, τουλάχιστον να συγκινήσει και τους πιο πεισμωμένους αμφισβητίες της επιστροφής στο «παμπάλαιο νερό». Δεν είναι αυτός, ωστόσο, ο λόγος της ενασχόλησής μας με τους «Στίχους επιστροφής». Πέραν του ότι είναι γραμμένοι από το συγκεκριμένο χέρι, κι αυτό τους καθιστά εκδοτικό γεγονός της χρονιάς από μόνο του, είναι είτε οι προσδοκίες για την ανεύρεση πολύτιμων πετραδιών, είτε η πιστή (παρ)ακολούθηση του Αλεξίου στον δημιουργικό του δρόμο, είτε έστω ένα αίσθημα καλοπροαίρετης περιέργειας και φιλομάθειας, είτε ακόμη κι όλ’ αυτά μαζί, που οδηγούν το σημερινό αναγνώστη γενικά και τον αναγνώστη της ποίησης ειδικότερα να πάρει στα χέρια του και να κοινωνήσει της εν λόγω συλλογής.

Ο Αλεξίου (γι’ ακόμη μια φορά) παραμένει συνεπής ως προς αμφότερα ζητούμενα της Επιστροφής του: τόσο ως προς τον κανόνα της «οργανωμένης μορφής του λόγου», όσο και ως προς αυτόν των βιωμάτων. Το πρώτο γίνεται πράξη στην ποίησή του, ωστόσο δεν ακολουθείται δουλικά. Έτσι, η ποίηση αυτή δεν μπορεί ν’ αποτελέσει απόδειξη αισθητικών προκαταλήψεων, ούτε όπλο στα χέρια όσων θεωρούν την έμμετρη λυρική ποίηση είδος άκαμπτο, πομπώδες και νεκρό. Ο Αλεξίου γράφει ελεύθερα κι όμως έμμετρα, συχνά δε ομοιοκατάληκτα, εισηγούμενος τον τρόπο που η «αυστηρή» ποίηση μπορεί να είναι και ζωντανή και σύγχρονη. Μια φωνή, και μάλιστα δυνατή, αρθρώνει απόψεις που έπρεπε ν’ ακουστούν, και το πράττει με συνέπεια, δίνοντας η ίδια το παράδειγμα.

Όσο για τα βιώματα, η συλλογή ολόκληρη αποτυπώνει ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και το χώρο. Θέση τίτλου στο πρώτο ποίημά της κατέχει η χρονολογία «1940», ενώ στο τελευταίο, η γεφύρωση «1939-1999». Ως προς το χώρο, ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας τον ποιητή σε Ελλάδα κι εξωτερικό, από το Κράσι ως το Κάστρο της Κρήτης, από τους Θολωτούς τάφους Λέντα ως την Τραπεζόντα της Σητείας, από τη Βασιλίσσης Σοφίας ως τη Βουλιαγμένη, από το Λουξεμβούργο ως το Παρίσι κι απ’ το Μιλάνο ως την Τίβολη και τη Σικελία. Ένα ταξίδι, ίδιο το ταξίδι της έως τώρα ζωής του ποιητή, που πέρα από ημερομηνίες και τοπωνύμια είναι γεμάτο πρόσωπα, ονόματα, και... στιγμές.

Ο Αλεξίου γνωρίζει κι αναγνωρίζει τη σημασία της στιγμής και την αποτυπώνει στη συλλογή του. Η αρχή γίνεται με τον ύμνο της Στιγμής, της μιας και της κάθε στιγμής, ως έκφρασης και περιέκτη του σύμπαντος. Μέσα στη Στιγμή, στο απειροελάχιστο παρόν, ενυπάρχουν παρελθόν και μέλλον. Γι’ αυτό καταλήγει: «Απέραντη η στιγμή — αν την προσέξεις.» Ακολουθεί το πλήθος των στιγμών, στιγμών που ζουν με τον ποιητή, όπως κι εκείνος ζει μαζί τους. Με διάθεση μελαγχολική και βαθειά ρέμβη καταλογογραφεί Στιγμές, θα πει εικόνες, που κάτι σημαίνουν και για τα δικά μας μάτια: πλήθος κόσμου, απομόνωση, αισθήσεις, συνιστούν την ιστορία καθενός. Τέλος, ο ποιητής επιστρέφει στις καταβολές, τις δικές του και του λαού ολόκληρου, σε στιγμές της παράδοσης και στη ζωή τους μέσα στον ίδιο: τοπία, συνήθειες, θρησκεία είναι οι «Άλλες στιγμές», οι δικές του.

Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2012


Πρώτη δημοσίευση: Ανθολογία "Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό".

 

_____________________________________



Ἕλενα Σταγκουράκη

Τόμας Μπέρνχαρντ


Μι­κρὴ εἰ­σα­γω­γὴ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του



ΔΕΚΑΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ ποὺ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τό­μας Φάμ­πιαν ἐ­ξέ­δι­δε τὸ 1950 μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, βρι­σκό­ταν στὴν ἀρ­χὴ μιᾶς μα­κρᾶς συγ­γρα­φι­κῆς πο­ρεί­ας. Μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα, Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ὁ Μπέρ­νχαρντ ὑ­πῆρ­ξε αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κά­ποι­α τραυ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τό­σο τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του, ὅ­σο καὶ τῆς συγ­γρα­φι­κῆς του ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­ας.


       Ὁ Μπέρ­νχαρντ γεν­νή­θη­κε στὴν Ὀλ­λαν­δί­α τὸ 1931, νό­θο τέ­κνο Αὐ­στρια­κῶν γο­νέ­ων. Πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καὶ πέ­θα­νε νω­ρὶς ἀ­πὸ δι­αρ­ρο­ὴ γκα­ζιοῦ (πολ­λοὶ κά­νουν λό­γο γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α). Με­γά­λω­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς τῆς μη­τέ­ρας του στὴ Βι­έν­νη, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν πα­ρέ­λα­βαν ἤ­δη λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὴ γέν­νη­σή του. Ἡ μη­τέ­ρα του σύν­το­μα παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια. Λό­γῳ τῶν συγ­κρού­σε­ών του μὲ αὐ­τήν, ὁ Μπέρ­νχαρντ εἰ­σή­χθη γιὰ ἕ­να χρό­νο σὲ ἵ­δρυ­μα γιὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στα παι­διά, ἐ­νῶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­στά­λη ἐ­σώ­κλει­στος στὸ τό­τε ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κὸ καὶ με­τέ­πει­τα κα­θο­λι­κὸ Γυ­μνά­σιο Γι­ο­χα­νέ­ουμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στὰ τρί­α χρό­νια, δι­α­κό­πτoν­τας τὶς σπου­δές του.


       Σταθ­μὸς στὴ ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὑ­πῆρ­ξε ἡ πε­ρί­ο­δος 1949-1950. Τὸ 1949, στὴν κρί­σι­μη ἡ­λι­κί­α τῶν 18 χρό­νων, ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριὰ μὲ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­φτα­σε στὰ πρό­θυ­ρα τοῦ θα­νά­του. Γιὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­σή του ἀ­παι­τή­θη­καν δύ­ο χρό­νια σὲ δι­ά­φο­ρα σα­να­τό­ρια, ἐ­νῶ ἔ­κτο­τε ἡ ὑ­γεί­α του πα­ρέ­μει­νε εὔ­θραυ­στη. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ παπ­πούς του, τὸ μό­νο οὐ­σι­α­στι­κὸ στή­ριγ­μά του, ἐ­νῶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο ἔ­χα­σε καὶ τὴ μη­τέ­ρα του. Τό­τε ἦ­ταν ὅ­μως ποὺ γνώ­ρι­σε τὴν Χέν­τβιχ Στα­βι­ά­νι­τσεκ.


       Τὰ δύ­ο αὐ­τὰ πρό­σω­πα, ὁ παπ­ποὺς-συγ­γρα­φέ­ας Γι­ο­χά­νες Φρο­ϊμ­μπί­χλερ καὶ ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πο­ρεί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ὁ πρῶ­τος ἔ­δω­σε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση στὴν παι­δεί­α τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του, φρόν­τι­σε νὰ τοῦ ἐμ­φυ­σή­σει τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὸ ὑ­ψη­λό, κα­θὼς καὶ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει μὲ τὰ λί­γα μέ­σα ποὺ δι­έ­θε­τε μου­σι­κὴ παι­δεί­α. Ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ, τὴν ὁ­ποί­α ὁ Μπέρ­νχαρντ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «σύν­τρο­φο ζω­ῆς» καὶ «θεί­α», ὄν­τας τριά­ντα πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο, ἦρ­θε νὰ παί­ξει τὸν ρό­λο τῆς ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­πού­σας μη­τέ­ρας, νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της με­τὰ τὸ θά­να­τό της, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συμ­βάλ­λει κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Μπέρ­νχαρντ στὴν κοι­νω­νί­α τῆς Βι­έν­νης καὶ τὸν συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο.


       Τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ ποί­η­ση ἔ­γι­ναν γνω­στὰ στὴν Αὐ­στρί­α γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή τους ποι­ό­τη­τα, ὡ­στό­σο ἡ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­σή τους ὀ­φεί­λε­ται στὰ συ­νε­χῆ σκάν­δα­λα, τὶς συ­ζη­τή­σεις, τὶς ἔ­ρι­δες ποὺ προ­ξε­νοῦ­σε ἅ­μα τὴ ἐμ­φα­νί­σει κά­θε ἔρ­γο του. Ὁ Μπέρν­χαρντ δὲν δί­στα­ζε νὰ στρα­φεῖ εὐ­θέ­ως κα­τὰ τοῦ αὐ­στρια­κοῦ κρά­τους —τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτή­ρι­ζε «κα­θο­λι­κὸ κι ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κό»­—, τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ κά­θε προ­σώ­που καὶ θε­σμοῦ, αὐ­στρια­κοῦ καὶ μή. Γιὰ τὴν Αὐ­στρί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «μιὰ κό­λα­ση, ὅ­που το πνεῦ­μα ἐκ­μη­δε­νί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, ἐ­νῶ τέ­χνη κι ἐ­πι­στή­μη ἀ­πα­ξι­ώ­νον­ται»1. Τὸ αὐ­στρια­κὸ κρά­τος γιὰ ἐ­κεῖ­νον δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ «σχη­μα­τι­σμὸς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὴν ἀ­πο­τυ­χί­α» καὶ οἱ Αὐ­στρια­κοὶ «πλά­σμα­τα τῆς ἀ­γω­νί­ας». Ὅ­σο γιὰ πο­λι­τι­κὰ πρό­σω­πα καὶ συγ­γρα­φεῖς, συ­χνὰ εἶ­δαν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται σὲ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὶς δη­μό­σι­ες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, τὶς μη­νύ­σεις, ἀλ­λὰ καὶ τὶς φω­νὲς γιὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ση πα­ρα­στά­σε­ων, ἕ­ως καὶ τὴν στέ­ρη­ση τῆς ἰ­θα­γέ­νει­ας. Πο­λὺ συ­χνὰ δὲ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζαν «προ­δό­τη τῆς πα­τρί­δας του» καὶ «μί­α­σμα τῆς ἴ­διας του τῆς φω­λιᾶς». Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­γα­πη­τὸς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ὄν­τας ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα, στὴν πα­τρί­δα του ἀ­πέ­κτη­σε ἀ­νυ­στε­ρό­βου­λους φί­λους, ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σπον­δους ἐ­χθρούς. Ἡ τε­λευ­ταί­α πρά­ξη ἀν­τί­στα­σης κι «ἐκ­δί­κη­σης» ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πα­τρί­δα του ἦρ­θε με­τὰ θά­να­τον, μὲ τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­σης καὶ με­τα­φο­ρᾶς στὸ θέ­α­τρο τῶν ἔρ­γων του, ἀ­πα­γό­ρευ­ση ποὺ δι­α­χει­ρί­στη­κε κι ἐν μέ­ρει ἦ­ρε ὁ κλη­ρο­νό­μος ἑ­τε­ρο­θα­λὴς ἀ­δερ­φός του.


       Ὡ­στό­σο, χρή­ζει δι­ά­κρι­σης τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Μπέρ­νχαρντ δὲν ἀ­σκοῦ­σε ἁ­πλῶς κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή, δὲν ἔ­θι­γε μὲ τρό­πο ἐ­πι­φα­νεια­κὸ τὰ κα­κῶς κεί­με­να. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ ἔν­το­νο πνεῦ­μα ἀρ­νη­τι­σμοῦ κι ἀ­πόρ­ρι­ψης, ἀ­πε­χθα­νό­ταν τὸν κό­σμο κι ὅ,τι βρι­σκό­ταν σὲ αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν τό­σο στὴν προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ὅ­σο καὶ στὸν συγ­γρα­φι­κό του βίο. Ὅ­σοι τὸν κα­τα­κρί­νουν, μι­λοῦν γιὰ μι­σάν­θρω­πο συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ ἐ­πιρ­ρί­πτουν ἕ­να σω­ρὸ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ πα­ρα­ξε­νι­ές.


       Πό­σο εὔ­λο­γα, ὅ­μως, φαν­τά­ζουν ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τοὺς κα­τα­λυ­τι­κοὺς πα­ρά­γον­τες τῆς ζω­ῆς του: πλή­ρης ἔλ­λει­ψη πα­τέ­ρα, δια­ρκὴς ἀ­που­σί­α μη­τέ­ρας, ἀ­πόρ­ρι­ψη, ἀ­σθέ­νεια, θά­να­τος, ἐ­πα­φὴ μὲ να­ζι­στι­κὲς ἰ­δέ­ες. Ἔ­τσι, ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, τὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, τὸν πό­νο, τὴν ἀ­νελ­πι­σί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὸν θά­να­το.


       Ἡ δὲ ἀ­σθέ­νειά του, ἡ δυ­σκο­λί­α του ν’ ἀ­να­πνεύ­σει, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὸ ἔρ­γο του μὲ μα­κρό­συρ­τες προ­τά­σεις ἄ­πνοι­ας, ποὺ ἔ­κα­ναν τὴν Ἐλ­φρίν­τε Γι­έ­λι­νεκ νὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρί­σει «ποι­η­τὴ τῆς ὁ­μι­λί­ας» κι ὄ­χι τῆς γρα­φῆς. Ὡ­στό­σο, τὴν ἀ­να­πνο­ὴ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος γιὰ νὰ δεί­ξει καὶ τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς γρα­φῆς γιὰ ἐ­κεῖ­νον: «ἀ­να­πνο­ὴ καὶ γρα­φὴ εἶ­ναι ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τό».


       Ἡ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς δὲν εἶ­ναι τὸ μό­νο στοι­χεῖ­ο, κα­θο­ρι­στι­κό του ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ἀν­τι­θέ­τως, τὸ αὐ­τὸ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το τρό­πο τῆς ἔκ­φρα­σής του, ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ἀ­πο­κλεί­ει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τὴ δι­α­τύ­πω­ση ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­πό­ψε­ων. Οἱ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις καὶ ἡ συ­χνό­τα­τη ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων ὅ­πως «φυ­σι­κά», «τὰ πάν­τα», «τί­πο­τα», «συ­νε­χῶς», «ἀ­πό­λυ­τα» δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν τὴ δι­α­φω­νί­α. Πρό­κει­ται γιὰ τὴ μί­α καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια.


       Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὶ τοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ πο­λὺ συ­χνοὶ μο­νό­λο­γοι ἑ­νὸς ἀ­φη­γη­τῆ σὲ πρῶ­το πρό­σω­πο, συ­χνὰ δὲ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­ναν βου­βὸ ἀ­κρο­α­τὴ ἢ μα­θη­τευ­ό­με­νο, πά­νω σε κά­ποι­ο ἀ­πο­τρό­παι­ο θέ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἢ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ ποὺ θέ­τει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας μέ­σῳ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ του. Οἱ ἀ­φη­γη­τὲς αὐ­τοί, συ­νή­θως ἐ­πι­στή­μο­νες, «ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος» ὅ­πως εἰ­ρω­νι­κὰ τοὺς ὀ­νο­μά­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­κτο­ξεύ­ουν μύ­δρους κα­τὰ τῶν ἀ­νό­η­των μα­ζῶν καὶ τὰ βά­ζουν μὲ κά­θε ἱ­ε­ρὸ καὶ ὅ­σιο. Ὡ­στό­σο, τό­σο ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, ὅ­σο καὶ ἡ δυ­σα­ρέ­σκεια μὲ τὰ πάν­τα δὲν πρέ­πει ν’ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἑ­κά­στο­τε ἀ­φη­γη­τή, ἀν­τι­θέ­τως φρον­τί­ζει νὰ παίρ­νει ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ αὐ­τόν, δη­λώ­νον­τάς το συ­χνὰ ρη­τῶς. Πρό­κει­ται γιὰ πρό­ζα ρό­λων κι ὄ­χι γιὰ ἄ­με­σα αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὰ κεί­με­να.


       Ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ἡ βι­ο­γρα­φί­α συγ­κλί­νει μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ὑ­περ­βο­λῆς, τῆς κλι­μά­κω­σης. Τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἰ­δε­ῶν καὶ θε­μά­των, ὅ­σο καὶ σ’ αὐ­τὸ τῆς ἔκ­φρα­σης, ὁ Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­τυγ­χά­νει, μέ­σῳ τῆς ἐ­λα­φρῶς τρο­πο­ποι­ού­με­νης κά­θε φο­ρὰ ἐ­πα­νά­λη­ψης, τῆς πα­ραλ­λα­γῆς, τὴν κλι­μά­κω­ση. Αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ὁ τρό­πος θυ­μί­ζει τὶς με­θό­δους σύν­θε­σης στὴ μου­σι­κὴ κι ἂς θυ­μη­θεῖ ἐ­δῶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴ μου­σι­κὴ παι­δεί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ ἴ­διος μά­λι­στα πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι ἡ μου­σι­κό­τη­τα ἦ­ταν με­γί­στης ση­μα­σί­ας στὰ κεί­με­νά του, κα­θὼς καὶ ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ γε­νι­κὰ «δι­α­κρί­νει ἕ­ναν Αὐ­στρια­κὸ ἀ­πὸ ἕ­ναν Γερ­μα­νό, κα­θὼς γιὰ τὸν Γερ­μα­νὸ ἡ μου­σι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτη».


       Κι ἂν ὁ Μπέρ­νχαρντ κα­θί­στα­ται δύ­στρο­πος κι ἀ­πω­θη­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας μὲ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὸ σαρ­κα­σμὸ καὶ τὴν ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τά του, ὑ­πάρ­χουν καὶ γνω­ρί­σμα­τα ποὺ δροῦν ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κά. Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ γλωσ­σι­κή του ἐ­κλέ­πτυν­ση, ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ χιοῦ­μορ ποὺ ἔ­χει κι ἀ­πο­τυ­πώ­νει στὰ γρα­πτά του, ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὰ κεί­με­νά του, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ἐ­κεῖ­να ἄλ­λων ἐ­ξε­χόν­των συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς του, γί­νον­ται εὐ­κό­λως κα­τα­νο­η­τὰ κι ἀ­πὸ τὸν μὴ ἐ­πα­ΐ­ον­τα, ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­γρό­τη, «μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ μό­νο», σύμ­φω­να μὲ τὸ συγ­γρα­φέ­α, «ἔ­χει νό­η­μα νὰ συ­ζη­τᾶ κα­νείς».

  

       Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Τό­μας Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­λέ­χθη­κε τὸ ἀ­πάν­θι­σμα τῶν συν­το­μό­τα­των δι­η­γη­μά­των του ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν στοὺς τό­μους Μι­μη­τὴς φω­νῶν (1987)2 καὶ Συμ­βάν­τα (1994). Πρό­κει­ται γιὰ κεί­με­να μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὸ τὸν σπιν­θή­ρα τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τοῦ σαρ­κα­σμοῦ καὶ τοῦ κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νου χι­οῦ­μορ, δη­λα­δὴ τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρν­χαρντ, ἕ­ναν σπιν­θή­ρα ποὺ ἡ λάμ­ψη του δια­ρκεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κλά­σμα χρό­νου.



Ἀ­θή­να, 4 Σε­πτεμ­βρί­ου 2011

 

Πρώτη δημοσίευση: "Ιστορίες Μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον" (http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2012/01/31/elena-stagkouraki-thomas-bernhard-mikri-eisagogi/


___________________________________


Ποίηση αναδυόμενη
 




Διονύσης Καψάλης
«Εδώ κι εκεί»
Εκδ. Άγρα, 2010


«Ψηλά ο Θεός, με κεραυνούς κι εκλείψεις,/ κι εδώ, κάτω στη γη, μονάχα εμείς,/ τα φοβισμένα όντα της στιγμής,/ οι ταξιδιώτες της αιώνιας θλίψης.» Γραμμένα μεταξύ τέλη Ιουλίου κι Οκτωβρίου 2010 –σημαδιακή η 23η του μήνα στο πρώτο και το τελευταίο ποίημα της συλλογής;– τα δεκατέσσερα δεκατετράστιχα του Καψάλη απαρτίζουν την τελευταία του ποιητική συλλογή, στην οποία την πρωτοκαθεδρία έχει ο θάνατος, το φευγαλέο πέρασμα του ελάχιστου, φοβισμένου ανθρώπου από την αιωνιότητα του σύμπαντος.



O Καψάλης στα σονέτα του τον ονομάζει δημιουργικά «επιστροφή», «ύπνο ανεμπόδιστο», «πυθμένα απύθμενο», το «Εκεί». Το πράττει, δίχως να γίνεται απαισιόδοξος ή μοιρολάτρης, αλλά αντιθέτως με ρεαλισμό που φτάνει κάποτε να γίνεται μακάβριος, μιλώντας για τον «άθλιο που θα ’ρθει να μεταφέρει αλλού τα κόκαλά μου». Επιτυγχάνει δε στόχο διπλό: αφενός εκφράζει και ξεπερνά τη δική του αγωνία, αφετέρου συμφιλιώνει τον αναγνώστη με την ιδέα του αναπόφευκτου. 



Κατά τρόπο συνεπή επιλέγει και το φόντο του: η νύχτα, το φεγγάρι στις διάφορες φάσεις του, τα αστέρια, ο ύπνος, η ανάμνηση, ένα μαχαίρι ή νυστέρι, συνιστούν σταθερά μοτίβα προσδιορισμού του ποιητικού του χωρόχρονου, όντας τα ίδια ταυτοχρόνως και σύμβολα του ταξιδιού στο επέκεινα. Το «φεγγάρι στη χάση» είναι η ζωή που συρρικνώνεται, ενώ αλλού, το «μισό (του φεγγαριού) που πέφτει σαν άδειο ρούχο στον αιώνα» είναι τα περασμένα χρόνια που συμπίπτουν με τον κάτι παραπάνω από μισό αιώνα ζωής του ποιητή. 



Ο τόνος του Καψάλη, αληθινά τραγικός, θυμίζει χορό σε αρχαίο δράμα που αναρωτιέται: «Ποιος έχτισε την πόρτα και ποιος κλείνει/ το κρίμα και τον κρότο του πολέμου/ σ’ αυτό το ήσυχο όνειρο – ποιος, θε μου, / αφόρισε τα μάγια και τα λύνει;» Η τραγικότητα αυτή συνεπαίρνει τον αναγνώστη κι οφείλεται στο πανανθρώπινο θέμα που θίγεται, στη λυρική φωνή του ποιητή και σ’ έναν σταθερό εσωτερικό ρυθμό, φαινομενικά αυθύπαρκτο. 



Επιπλέον, η ποίηση του Καψάλη είναι συγκινητικά ανθρώπινη, πράγμα που δεν οφείλεται αποκλειστικά στη θεματολογία. Πέρα από τα καθολικά θεματικά δίπολα (ζωή και θάνατος, ειρήνη και πόλεμος, ομορφιά κι ασχήμια), είναι η ειλικρινής αγωνία, η ζεστή συγκατάβαση, ακόμη κι ο θρήνος για τον πόνο «στις γειτονιές του ανθρώπου» που δηλώνουν την αγάπη του ποιητή για τον άνθρωπο, για τις μητέρες «με τ’ άγρια μάτια», τις «μεγαλωμένες στους λυγμούς του ανέμου».



Με χρώματα λυρικά περιγράφονται «τα κορίτσια που κεντάν/ στο τρυφερό τους δέρμα τον ανθό/ του πόθου», με την ανησυχία του ποιητή αν, μέσα στον αγνό ερωτισμό τους «θα ‘ρθουν άραγε να πουν/ τρισάγιο για εκείνους που αγαπούν/ εδώ στη γη…» Απ’ την άλλη, ο Καψάλης αναλογίζεται με τρόπο εξίσου λυρικό το σκοτάδι που θα γίνει μαχαίρι για να μοιράσει τον έναν εδώ και τον άλλον άγνωστο πού, πάντως αλλού.  Όσο για το συνεχές ηχητικό παιχνίδι, ένα μουσικό και γλαφυρό μέσο αφήγησης του ποιητή, συνιστά «βάλσαμο … στην τόση/ λύπη και φλόγα της πληγής...»



Αυτό όμως που εκπλήσσει θετικά ακόμη και τον υποψιασμένο αναγνώστη του Καψάλη είναι η τεχνική αρτιότητα των τελευταίων αυτών ποιημάτων. Όλα τους σονέτα, κάποια μάλιστα στην πιο αυστηρή και κλασική τους μορφή, κατά το παράδειγμα του Πετράρχη, αποδεικνύουν πώς μια τόσο «παλιά» μορφή μπορεί να διατηρεί την ουσία και το νόημά της και να προσφέρει αισθητική τέρψη, αιώνες αργότερα. Παρά την ιδιαίτερα απαιτητική και «σφιχτή» δομή του σονέτου, οι στίχοι του Καψάλη θυμίζουν τρεχούμενο νερό, με ρίμες αβίαστες, πρωτότυπες κι απολαυστικές. Από την άλλη, η αυστηρότητα της μορφής συμπορεύεται με την αυστηρή συνοχή που διέπει ολόκληρη τη συλλογή, τόσο θεματολογικά (όπως αναφέρθηκε ήδη), όσο και υφολογικά και γλωσσικά. Η πύκνωση του λόγου φτάνει στον μέγιστο βαθμό, αυτόν που επιτρέπει να ειπωθεί το απαραίτητο χωρίς να γίνει η γλώσσα άκαμπτη.  Πέρα όμως από το δεδομένο πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται, οι στίχοι της συλλογής είναι στίχοι αψεγάδιαστοι, καθένας απ’ τους οποίους δίνει την εντύπωση του μόνου δυνατού. Σαν σε παζλ αποτελούμενο από αναρρίθμητα κομμάτια, ο ποιητής ψάχνει «εδώ κι εκεί» και βρίσκει τελικά μέσα στην απεραντοσύνη των δυνατών συνδυασμών το σωστό ταίρι, δηλαδή το σωστό στίχο, τη σωστή λέξη.



Ο Καψάλης παρατηρεί: «Πλέοντας σε πελάγη παρακμής,/ …, μια νέα καρτερούμε ανάδυση/ κι ανώδυνα βουλιάζουμε – κι εμείς/ κι οι απωλεσμένοι μας παράδεισοι.» Ο ίδιος όμως δεν καρτερεί απλώς, αλλά αποδεικνύει εμπράκτως, εν προκειμένω εμμέτρως, ότι στη θάλασσα της ποίησης ολοένα αναδύεται.







Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 28.02.2011 



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Κουκούτσι", τεύχος 4 (καλοκαίρι-φθινόπωρο 2011)


_____________________________________________________


Η αποθέωση της μινιατούρας

 


 Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ, «Ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες».

Ἡ ἀ­πο­θέ­ω­ση τῆς μι­νι­α­τού­ρας

«Γι’ αὐ­τὸ ἀ­παι­τῶ…» Οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ Ο­Η­Ε κοί­τα­ξαν πα­γω­μέ­νοι τὸν ὁ­μι­λη­τή. «Πό­λε­μο!» Ξέ­σπα­σε θύ­ελ­λα ἀν­τι­δρά­σε­ων. Ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας χα­μο­γε­λοῦ­σε.

Ο ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ Ἄν­τολφ Γκρήμ, φο­ρέ­ας ἔ­ρευ­νας καὶ ποι­ο­τι­κοῦ ἐ­λέγ­χου στὸ χῶ­ρο τῶν ἐ­πι­κοι­νω­νι­ῶν καὶ τῶν ΜΜΕ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἀ­πέ­νει­με τὸ βρα­βεῖ­ο δι­α­δι­κτύ­ου “G­r­i­m­me O­n­l­i­ne A­w­a­rd” γιὰ τὸ ἔ­τος 2010 σὲ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου t­w­i­t­t­er. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ βρα­βευ­θέν­τος; Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (Florian Meimberg). Ὁ Μάιμπεργκ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, κα­θὼς χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρα­πά­νω δί­κτυ­ο προ­κει­μέ­νου νὰ κά­νει γνω­στὲς στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του.
         Τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο στοι­χεῖ­ο κι αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐν προ­κει­μέ­νῳ, δὲν εἶ­ναι τό­σο ἡ χρή­ση τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μέ­σου, οὔ­τε τοῦ δε­δο­μέ­νου δι­κτύ­ου, ὅ­σο τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἰ­σά­γε­ται μία ἀ­κό­μη και­νούρ­για μορ­φή: αὐ­τὴ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, τῶν κε­νῶν συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων. Μέ­χρι τώ­ρα οἱ ἀ­νὰ τὸν κό­σμο λά­τρεις καὶ ἐ­παΐ­ον­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­χαν ἀ­κού­σει καὶ εἶ­χαν δεῖ λο­γο­τε­χνί­α νὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες νὰ ἐ­ξε­λίσ­σον­ται σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες «κομ­μά­τι-κομ­μά­τι» καὶ μὲ εὐ­ρὺ κοι­νό, ἱ­στο­λό­για καὶ φό­ρουμ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­πει­σό­δια ὁ­λό­κλη­ρων μυ­θι­στο­ρη­μά­των νὰ ἀ­πο­στέλ­λον­ται μὲ μή­νυ­μα στὸ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Νά, λοι­πόν, ποὺ βρί­σκον­ται τώ­ρα ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ φαι­νό­με­νο, συν­το­μό­τε­ρο μά­λι­στα ἀ­πὸ ἕ­να μή­νυ­μα κι­νη­τοῦ τη­λε­φώ­νου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­τρέ­πει κα­τὰ κα­νό­να 160 χα­ρα­κτῆ­ρες.
        Δι­α­πι­στώ­νου­με ἔ­τσι μιὰ τά­ση συρ­ρί­κνω­σης τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὸ ἐ­λά­χι­στο, ἂν καί, δε­δο­μέ­νων τῶν ἕ­ως τώ­ρα ἐ­ξε­λί­ξε­ων, μᾶλ­λον θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μη νὰ εἴ­μα­στε προ­σε­κτι­κοὶ μὲ τὴ χρή­ση τῆς λέ­ξης «ἐ­λά­χι­στο». Πο­τὲ δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ποῦ μπο­ρεῖ νὰ φτά­σει αὐ­τὸ κι ἂς θυ­μη­θοῦ­με τὸν Κι­νέ­ζο μο­να­χὸ ποὺ ἔ­γρα­φε ὁ­λό­κλη­ρο ποί­η­μα πά­νω σὲ κόκ­κο ρυ­ζιοῦ. Βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ μία ἐ­ξέ­λι­ξη, αὐ­τὸ εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο βέ­βαι­ο εἶ­ναι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἂν πρό­κει­ται γιὰ μί­α ἐ­ξέ­λι­ξη στὸν κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο ἢ πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο. Ἂς πά­ρου­με ὅ­μως τὰ πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ καὶ ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα τὸ φαι­νό­με­νο τῶν «ἐ­λάχιστων ἱ­στο­ρι­ῶν», ὅ,τι ὁ Γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας τους προ­τί­μη­σε ν’ ἀ­πο­δώ­σει μὲ τὸν ἀγ­γλι­κὸ τίτ­λο “t­i­ny t­a­l­es”.
        Ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξί­ζει ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ κα­νεὶς μὲ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, εἶ­ναι πὼς μιὰ πιὸ προ­σε­κτι­κὴ μα­τιὰ πεί­θει γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ αὐ­θαί­ρε­τες ἐκ­δη­λώ­σεις ἑ­νὸς κοι­νοῦ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου twit­ter. Ἀ­φε­νὸς ὁ συγ­γρα­φέ­ας φέ­ρει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ τοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ τὸ και­νο­τό­μο, ἀ­φε­τέ­ρου τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ κα­θ’ αὐ­τὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ Μάιμπεργκ, ὄν­τας ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος δι­α­φη­μι­στής, εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ μιὰ γλώσ­σα σύν­το­μη, ἄ­με­ση, με­στὴ καὶ γνω­ρί­ζει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μέ­σα ὅ­πως τὸ χι­οῦ­μορ, ἡ εἰ­ρω­νεία κι ὁ σαρ­κα­σμὸς μὲ ἀρ­τι­ό­τη­τα. Πρό­κει­ται γιὰ στοι­χεῖα πού, ἐν­ταγ­μέ­να στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, δη­μι­ουρ­γοῦν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ ἕ­να ὕ­φος προ­σω­πι­κό. Ἐ­πί­σης, ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος κι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὰ νέ­α μέ­σα ἔκ­φρα­σης —ἐν­νο­οῦ­με ἐ­δῶ τὶς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει τὸ δι­α­δί­κτυ­ο—, ὥ­στε νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μὲ τρό­πο συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό, πα­ρά­γον­τας κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ και­νούρ­γιο. Πό­σοι σκέ­φτη­καν ἐ­ξάλ­λου νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν αὐ­τὴν τὴν πλατ­φόρ­μα γιὰ ἕ­ναν τέ­τοι­ο σκο­πό;
        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, ξε­χω­ρί­ζουν ὄ­χι μό­νο λό­γῳ τῆς πο­λὺ μι­κρῆς, τῆς ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σής τους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ σει­ρὰ ἄλ­λων γνω­ρι­σμά­των. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἄ­με­σο, εἰ­ρω­νι­κό, χι­ου­μο­ρι­στι­κό, σαρ­κα­στι­κὸ καὶ κρι­τι­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ συν­δέ­ον­ται καὶ θε­μα­το­λο­γι­κά. Ὁ πρῶ­τος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος, ἂν μπο­ροῦ­με νὰ τὸν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι, συ­νί­στα­ται στὰ δι­ά­φο­ρα ἐ­πί­πε­δα τοῦ χρό­νου καὶ τὴ σύ­ζευ­ξή τους. Ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να βλέ­που­με στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ τὸ χθὲς νὰ συ­ναν­τᾶ τὸ σή­με­ρα καί, ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ αὔ­ριο, τὸ σή­με­ρα νὰ γί­νε­ται χθές. Δυ­ὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα:

«Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» Ἡ μι­κρὴ Λὺνν ἔ­δει­ξε τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο μον­τέ­λο 747. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς χα­μο­γέ­λα­σε. «Πα­λι­ό­τε­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι πε­τοῦ­σαν στὸν οὐ­ρα­νό.»

Μὲ ἕ­ναν M­a­c­i­n­t­o­sh 128k ὑ­πο­μά­λης ἀ­πο­βι­βά­στη­κε ἀ­π’ τὴ χρο­νο­μη­χα­νή. «Ὥ­ρα γιὰ κά­τι ἐ­πα­να­στα­τι­κό!» σκέ­φτη­κε ὁ νε­α­ρὸς Στὴβ Τζόμπς. Ἦ­ταν στὰ 1983.

 

        Ὁ δεύ­τε­ρος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος ἀ­φο­ρᾶ τὸ δι­ά­στη­μα καὶ τὸ σύμ­παν, φέρ­νον­τας στὸ φῶς ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸν κο­σμι­κὸ προ­βλη­μα­τι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ τα­ξί­δια στὸ δι­ά­στη­μα εἶ­ναι συ­χνά, ἐ­νῶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος δὲν εἶ­ναι μό­νο του στὸ σύμ­παν. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, εἶ­ναι πι­θα­νὸν νὰ πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι μὲ ἕ­να γνω­στὸ μο­τί­βο, ξε­κά­θα­ρα μὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κό. Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἐμ­φα­νῆ στὰ πα­ρα­κά­τω πα­ρα­δείγ­μα­τα:

Ὁ Ἂλ εἶ­χε 72 ὦ­ρες νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος πα­ρέ­παι­ε στὴν ἄ­γο­νη ἐ­ρη­μιά. Κοί­τα­ξε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεῖ πά­νω μό­λις ἀ­νέ­τει­λε ἡ Γῆ.

*  Τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς μπό­τας γυ­ά­λι­ζε στὴ γκρί­ζα σκό­νη τῆς σε­λή­νης. Στὴν προ­σγεί­ω­ση τοῦ σκά­φους τοῦ Ἄρ­μστρονκ τὸ ἀ­πο­λί­θω­μα δο­νή­θη­κε ἐ­λα­φρῶς.

 

        Ὁ τρί­τος θε­μα­τι­κὸς πυ­ρή­νας ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πι­στεῖ συ­νί­στα­ται στὸ στοι­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­πέ­τειας, μιὰ πλο­κὴ —φαι­νο­με­νι­κὰ ἢ μή— ἐ­πι­κίν­δυ­νη, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ ἑ­νὸς ἐμ­πρη­σμοῦ, μιᾶς ἔ­κρη­ξης κ.ο.κ. Τί νὰ βλέ­πει ἄ­ρα­γε ὁ Μάιμπεργκ στὸ πά­τη­μα ἑ­νὸς κουμ­πιοῦ; Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ κα­λεῖ­ται ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ὑ­πο­θέ­σει, ὅ­πως π.χ. στὶς πα­ρα­κά­τω «ἐ­λάχιστες ἱ­στο­ρί­ες»:

*  Ὁ Τὶλλ δί­στα­σε. Ἔ­πει­τα, πί­ε­σε δι­στα­κτι­κὰ τὸ πα­ρά­ξε­νο κουμ­πί. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὅ,τι 13,7 ἑκ. χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα θὰ ὀ­νο­μα­ζό­ταν «τὸ με­γά­λο μπάμ».

Τρέ­μον­τας εἰ­σή­γα­γε ὁ Ὀμ­πά­μα τὸν κω­δι­κὸ καὶ γύ­ρι­σε τὸν δι­α­κό­πτη. Ἡ πόρ­τα τι­νά­χτη­κε δι­ά­πλα­τα. «Πρω­τα­πρι­λιά!» χα­χά­νι­ζε ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Πεν­τα­γώ­νου.

 

        Κα­λὰ ὅ­λ’ αὐ­τά, ἀλ­λὰ τί συ­νε­πά­γε­ται τὸ φαι­νό­με­νο τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Πρό­κει­ται, ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε, γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το μι­νι­μα­λι­σμό, μιὰ τά­ση πού, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἄν­θη­σή της στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, πο­τέ της δὲ στε­ρή­θη­κε ἔν­θερ­μους ὑ­πο­στη­ρι­κτές; Νὰ γι­νό­μα­στε ἄ­ρα­γε μάρ­τυ­ρες ἄ­κρα­του φορ­μα­λι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἐ­λα­χι­στο­ποί­η­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὄ­χι πλέ­ον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ κρι­τή­ρια πο­σο­τι­κά, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ποι­ο­τι­κά; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐ­κμη­δε­νι­σμὸ στὸ πλαί­σιο τῆς και­νο­θη­ρί­ας καὶ τοῦ ἐ­πι­ζη­τού­με­νου «μον­τέρ­νου», ὅ­που ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ὁ ἴ­διος τὴ λο­γο­τε­χνί­α, πα­ρὰ νὰ τὴ δι­α­βά­σει, νὰ τὴν ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­λαύ­σει; Ἢ μή­πως, πά­λι, βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να ἀ­κό­μη ση­μεῖ­ο τῶν και­ρῶν, μιὰ ἀ­κό­μη ἐκ­δή­λω­ση τοῦ σύγ­χρο­νου τρό­που σκέ­ψης; Μή­πως τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, πέ­ραν τοῦ συγ­χρο­νι­κοῦ τους χα­ρα­κτή­ρα, ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας πιὸ ἄ­με­σης, (ἀ­π’)εὐ­θεί­ας; Μή­πως, τε­λι­κά, σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να θὰ πρέ­πει νὰ δοῦ­με, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ νέ­α ἄ­πο­ψη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ μιὰ προ­σπά­θεια ἀ­να­νέ­ω­σής της;
        «Τὸ λα­κω­νί­ζειν ἐ­στὶ φι­λο­σο­φεῖν» δι­α­κή­ρυτ­ταν οἱ ἔν­δο­ξοι πρό­γο­νοι κι ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος ὡς πρὸς τὶς πα­ρα­πά­νω ὑ­πο­θέ­σεις θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε τὶς «ἐ­λάχιστες ἱ­στο­ρί­ες» κι ἀ­νά­λο­γα σύν­το­μα κεί­με­να, προ­βάλ­λον­τας ὡς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α τὴ συν­το­μί­α τους καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τά τους νὰ δι­α­βα­στοῦν γρή­γο­ρα. Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ὅ­που οἱ ρυθ­μοὶ αὐ­ξά­νον­ται ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ γί­νον­ται ξέ­φρε­νοι, χά­ριν τέ­τοι­ων σύν­το­μων κει­μέ­νων ἡ λο­γο­τε­χνί­α δη­λώ­νει πα­ροῦ­σα. Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ δι­α­τει­νό­ταν ὅ­τι λο­γο­τε­χνί­α στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ «γρή­γο­ρου» μό­νο λο­γο­τε­χνί­α δὲν εἶ­ναι, καὶ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σε: «σπεῦ­δε βρα­δέ­ως». Τὸ σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ ὑ­πο­βι­βά­ζει τὴ λο­γο­τε­χνί­α σὲ ἕ­να ἀ­κό­μη προ­ϊ­ὸν πρὸς (γρή­γο­ρη) κα­τα­νά­λω­ση, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­φαι­ρεῖ ἀ­π’ τὸν ἀ­να­γνώ­στη, λό­γῳ μιᾶς ἐ­πι­φα­νει­α­κό­τη­τας ἀ­πα­ρά­δε­κτης, τὴ βύ­θι­ση στὸ μα­γι­κὸ κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.
        Ναί, θὰ ἐ­πα­νερ­χό­ταν ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος, ἀλ­λὰ ἂς προ­σέ­ξου­με πό­σο ἔν­το­νος εἶ­ναι ὁ ἀ­πό­η­χος ἑ­νὸς τέ­τοι­ου σύν­το­μου καὶ με­στοῦ κει­μέ­νου καὶ πό­σο ἄ­με­σο τὸ μή­νυ­μα ποὺ ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ με­τα­δώ­σει. Θὰ χαι­ρό­ταν ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος, αἰ­σθα­νό­με­νος δι­και­ω­μέ­νος, καὶ θὰ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γοῦ­σε κορ­δω­τὸς ὅ­τι ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς φαί­νε­ται ἡ μα­στο­ριὰ τοῦ κα­λοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ κα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση ὄ­χι μό­νο νὰ δι­α­τη­ρή­σει ἀ­δι­ά­πτω­το τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη γιὰ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς κεί­με­νο (μυ­θι­στό­ρη­μα κλπ), ἀλ­λὰ καὶ νὰ προ­κα­λέ­σει ἕ­ναν ἀ­πό­η­χο τό­σο δυ­να­τὸ ποὺ θὰ προ­βλη­μα­τί­σει καὶ θὰ κά­νει τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ θέ­λει νὰ ἐ­πα­νέλ­θει στὸ κεί­με­νο καὶ στὸ μέλ­λον. Κι αὐ­τό, λό­γῳ ἱ­κα­νό­τη­τας κι ἀ­ξι­ο­σύ­νης κι ὄ­χι ἐ­ξαι­τί­ας ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν.
        Μὴ δί­νον­τας στὸν ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τοῦ ἐ­πι­βλη­θεῖ, θὰ ἔ­σπευ­δε τό­τε ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος νὰ πά­ρει τὴ ρε­βάνς του, βγά­ζον­τας τὸν ἄσ­σο ἀπ’ τὸ μα­νί­κι: «Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ξε­χνᾶ­με, ἀ­γα­πη­τὲ συ­νά­δελ­φε, ὅ­τι τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ πλου­τί­ζουν τὴ χώ­ρα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δι­ευ­ρύ­νουν τὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἂς μὴν πα­ρα­βλέ­που­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ ἡ ἴ­δια ἡ ἐμ­φά­νι­ση δια­ρκῶς και­νούρ­γι­ων μορ­φῶν, καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση εἰ­δῶν, ἀ­πο­δει­κνύ­ει πό­σο γό­νι­μο εἶ­ναι τὸ ἔ­δα­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὅ­τι συ­νι­στᾶ πη­γὴ ἀ­στεί­ρευ­τη.» Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ μά­χον­ταν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα κα­τὰ τρό­πο ἐ­λε­γεια­κό: «Στὸ βω­μὸ τῆς ‘ποι­κι­λί­α­ς’ τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν, ἀ­γα­πη­τέ, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ θυ­σι­ά­ζε­ται ἡ ἴ­δια ἡ γλωσ­σι­κὴ ποι­κι­λί­α. Εἶ­ναι ἀ­πα­ρά­δε­κτο, στὸ ὄ­νο­μα τῆς ὅ­ποι­ας συν­το­μί­ας, νὰ γί­νε­ται χρή­ση πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου λε­ξι­λο­γί­ου —τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης γλώσ­σας κα­τὰ βά­ση— κι αὐ­τὸ νὰ θε­ω­ρεῖ­ται πλοῦ­τος. Του­ναν­τί­ον. Ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ὑ­φί­στα­ται ἡ ἀ­νάγ­κη δι­α­χω­ρι­σμοῦ γρα­πτῆς καὶ προ­φο­ρι­κῆς γλώσ­σας, ὅ­περ ἐ­πι­βάλ­λει καὶ ὁ ὅ­ρος ‘λο­γο­τε­χνί­α’: ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου».
        Ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος κι ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ συ­νέ­χι­ζαν νὰ λο­γο­μα­χοῦν, ὡ­στό­σο θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ἀρ­κε­τὴ φω­νὴ τοὺς δώ­σα­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ δι­κή μας ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Κομ­φού­κιου ὡς πρὸς τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των: ἡ Μέ­ση Ὁ­δός. Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ εἶ­ναι κεί­με­να ποὺ ποι­οῦν λό­γο κα­τὰ τρό­πο πε­ρί­τε­χνο. Εἶ­ναι κεί­με­να εὔ­στρο­φα ποὺ μέ­σῳ τῆς συν­το­μί­ας τους συ­νι­στοῦν κά­τι και­νούρ­γιο, πλου­τί­ζον­τας τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τέρ­πον­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Δι­α­βά­ζον­τάς τα κα­νεὶς ἔ­χει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «χά­ι­κου» τῆς πρό­ζας, ὄ­χι μό­νο χά­ριν τῆς συν­το­μί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἰ­δι­αί­τε­ρου ὕ­φους τους. Δὲν πλού­τι­σαν τὰ «χά­ι­κου» τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ποι­η­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, κι ἂς προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν «μα­κρι­νό» πο­λι­τι­σμό; Πρὸς τί, λοι­πόν, ἡ αἴ­σθη­ση ἀ­πει­λῆς; Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ δὲν ἔρ­χον­ται ν’ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη, ἁ­πλῶς προ­σφέ­ρουν στὸ δε­κτι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη μί­αν ἀ­κό­μη ἄ­πο­ψη. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­πες μορ­φὲς θὰ γρά­φον­ται καὶ θὰ δι­α­βά­ζον­ται πάν­τα για­τὶ κα­λύ­πτουν ἀ­νάγ­κες τῶν ἀ­να­γνω­στῶν: δι­α­φο­ρε­τι­κὲς μέν, ὑ­πάρ­χου­σες δέ. Ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲ γνω­ρί­ζει (ἀ­πὸ κά­θε ἄ­πο­ψη) πο­σο­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς, ἐ­πι­βάλ­λει ὡ­στό­σο καὶ προ­ϋ­πο­θέ­τει κρι­τή­ρια ποι­ο­τι­κά. Τώ­ρα τὸ πῶς θὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή, ἂν θὰ συ­ναν­τή­σει πρό­σφο­ρο ἔ­δα­φος, ἢ ἂν πλη­ροῖ τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ πα­γι­ω­θεῖ καὶ ν΄ἀν­τέ­ξει στὸ χρό­νο, ὁ ἴ­διος ὁ χρό­νος θὰ τὸ πεῖ, κρι­τὴς τῶν πάν­των.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Πρώτη δημοσίευση: Ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον", 12.10.2010



                           ________________________________________________



Η τρομερή ομορφιά








  

Tης Έλενας Σταγκουράκη

ANTΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ
Μερικά μερικά
εκδ. Ινδικτος, 2010

«Σοφοί που δεν μιλάμε πλέον για σοφία»: Ο Αντώνης Ζέρβας δεν κάνει πνεύμα στην τελευταία του ποιητική συλλογή. Το πνεύμα το μεταχειρίζεται καυστικά, με το διεισδυτικό μάτι του παρατηρητή, που εντοπίζει τα κακώς κείμενα και με έντονη τη στοχαστική διάθεση.

Η συλλογή του συνιστά δοχείο σωρευμένης εμπειρίας. Ο Ζέρβας μαίνεται ποιητικώς ενάντια στην ξέφρενη ελευθερία, το «άθεσμο», την απόλυτη παθητικότητα και τον γενικότερο ξεπεσμό θεσμών κι ατόμων. Αλλοτε επιδίδεται σε οξυδερκή αποφθέγματα, ρήσεις, θα λέγαμε, ευτάκτως ερριμμένες. Αλλοτε βάζει να παρελαύνουν εμπρός στα μάτια μας ποικίλες μορφές, από τον Ντε Σαντ και τον Αγιο Αυγουστίνο έως το ζεύγος Σαρκοζί και τον Χάιντεγκερ. Μέσ’ απ’ αυτό το φαινομενικά ετερόκλητο σύνολο, ασκεί κριτική στην πολιτική και στους εκπροσώπους της, στις δήθεν ουτοπίες, στην πίστη, την ανοησία και την αφέλεια – δίχως να ξεχνά και τη σημερινή ποίηση με τους δικούς της θεράποντες. Καταγίνεται βεβαίως και με το θέμα που κυρίως τον απασχολεί, την αντιπαράθεση του παρελθόντος και του παρόντος, ως προσδιορισμών όχι μόνο του χρόνου αλλά και της προσωπικής του διαδρομής. Παρακολουθεί την αλλαγή που επέρχεται στον ίδιο του τον εαυτό, μια αλλαγή καθολική, που περνάει από την κατάρριψη των παλαιότερων πιστεύω, προσωπικών και ποιητικών, και που έχει πια γνώμονά της «τον ωραίο πυρετό του τίποτα». Ο ποιητής δεν παραλείπει επεισόδια γεμάτα ρεαλισμό, που καυτηριάζουν τη δυσπιστία, την κακεντρέχεια και την υποκρισία.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησής του Ζέρβα είναι το σχήμα, θα λέγαμε, της ανάστροφης πυραμίδας: το ποίημα κορυφώνεται κατά τρόπο ολοένα πιο αφαιρετικό και κατ’ επέκταση συμπυκνωμένο. Ετσι, η κατακλείδα του ποιήματος εμφανίζει συχνά χαρακτήρα γνωμικού, με ισχύ αυτοτελή κι αυτόνομη. Ο Ζέρβας είναι ποιητής κατ’ εξοχήν σαρκαστικός και ειρωνικός. Η ειρωνεία του, πάντα παρούσα κι έντονα αισθητή, είναι πολυεπίπεδη: τη βρίσκουμε πότε σε ιδέες, πότε σε λέξεις, πότε μέσα στις ίδιες τις ποιητικές μορφές. Ο ερωτισμός του, γυμνός, αποτυπώνει πρώτα τη ματιά του άντρα και κατόπιν του ποιητή. Είναι προφανές ότι ο Ζέρβας αρέσκεται στην αυτοαναίρεση. Υποστηρίζει μια θέση με όχι λιγότερο πάθος απ’ αυτό που επιδεικνύει όταν την καταρρίπτει με μιαν άλλη, εντελώς αντίθετη. Θέση λοιπόν κι αντίθεση, με τον αναγνώστη στη μέση. Να τον πιστέψει λοιπόν αυτός, όταν διακηρύττει το ανώφελο της ποιητικής δημιουργίας γενικά (πώς αλλιώς, αφού «οι λέξεις κατέληξαν να μην έχουν κανένα νόημα») ή το άσκοπο «παίδεμα» του ποιητή (μ’ ένα έργο «άχρηστο»);

Ο ποιητής αγαπά το παιχνίδι: το παιχνίδι με τον χρόνο (το πριν και το τώρα), με τον αναγνώστη (γύρω από τις φαινομενικώς ακατονόμαστες καταστάσεις, που υποδηλώνει ο τίτλος), με τον ίδιο του τον εαυτό (τη μια αυτοοικτιρόμενος, την άλλη «σοφός», τη μια αμετανόητος και την άλλη διερωτώμενος, εξ ου και «πτωχαλαζών»), αλλά και με την πραγματικότητα στο σύνολό της. Εμπρός στη σημερινή, μεταλλαγμένη πραγματικότητα, ο Ζέρβας θέτει το ερώτημα του ρόλου του ποιητικού Εγώ στον κόσμο. Μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτόν ή όχι; Στο σημείο αυτό καλείται βέβαια και ο αναγνώστης ν’ αναλάβει το μέρος της ευθύνης που του αναλογεί. Ειδικά ο αναγνώστης του Ζέρβα δεν μπορεί να επαναπαυθεί. Μάρτυρας του «παιδέματος» του ποιητή, «παιδεύεται» κι ο ίδιος προκειμένου να βγάλει από το κοχύλι της ποίησής του μιαν άλλη πορφύρα.

Εν κατακλείδι, ο Ζέρβας διαμηνύει με τους στίχους του Γέιτς: «Ολα άλλαξαν, άλλαξαν ολοσχερώς: / Μια τρομερή ομορφιά ήρθε στον κόσμο». Πρόκειται για μιαν αλήθεια που ισχύει και στη δική του περίπτωση. Ολα έχουν αλλάξει, και μάλιστα ολοσχερώς, το σήμερα είναι άλλο απ’ το χθες: «Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους» και η επικοινωνία τον ρόλο της, τα «ντουβάρια» φέρουν «βαθιές πληγές», όπως ρυτίδες η επιδερμίδα. Μέσα απ’ αυτήν την αλλαγή, μέσα απ’ αυτή την πείρα, γεννιέται μια νέα, «τρομερή» ομορφιά: μια νέα ποιητική συλλογή.

Εκ των ων ουκ άνευ, τόσο η αλλαγή όσο και η πείρα. Εξάλλου, τι κι αν είναι τρομερή, η ομορφιά παραμένει ομορφιά.


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα "Η Καθημερινή", 13.02.2011




_____________________________________________________



Το τελευταίο αντίο σε έναν αμετανόητο αντιρρησία






Γράφει η Έλενα Σταγκουράκη

Νόμπελ λογοτεχνίας το 1998, μεταφράσεις έργων του σε 25 γλώσσες, ένα πιστό αναγνωστικό κοινό, διασπαρμένο σε όλον τον κόσμο: όχι και λίγα για έναν άνθρωπο που, όπως έλεγε, δεν είχε καμιά φιλοδοξία και ποτέ δεν είπε ότι θα γίνει κάτι στη ζωή του.

Γενημμένος το 1922 σ’ ένα μικρό χωριό της Πορτογαλίας, ο Ζοζέ Σαραμάγκου πέρασε την παιδική του ηλικία στην πορτογαλική ύπαιθρο, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια αγροτών και βιώνοντας «το κρύο του χειμώνα, την κάψα του καλοκαιριού και –μερικές φορές– την πείνα». Μαζί μ’ αυτά όμως, έζησε την ομορφιά της φύσης κι έκανε βίωμά του την αρμονία που τη χαρακτηρίζει, περνώντας νύχτες κάτω από δέντρα με τον παππού του, «τον πιο σοφό άνθρωπο» που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο ίδιος δε θα άλλαζε ποτέ, όπως είχε πει σε συνέντευξή του, το παραμικρό στην καταγωγή του. Ο παππούς και η γιαγιά του, χοιροτρόφοι, άνθρωποι απλοί κι αγράμματοι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή του Σαραμάγκου, διδάσκοντας κι εμπνέοντάς τον στο σχηματισμό τόσο της προσωπικής του κοσμοθεωρίας, όσο και των ίδιων των λογοτεχνικών του χαρακτήρων.

Ο Σαραμάγκου δεν έλαβε κλασική παιδεία, καθώς, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων της οικογένειας, έπρεπε να δουλεύει. Παρακολουθούσε μαθήματα σε νυχτερινή τεχνική σχολή, ενώ τη μέρα εργαζόταν σε συνεργείο αυτοκινήτων. Μόνος του μελετούσε, φιλομαθής καθώς ήταν, στις δημόσιες βιβλιοθήκες, έχοντας αναπτύξει ενδιαφέρον για την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα. 

Όσο παράδοξη ήταν η «μέθοδος» εκπαίδευσής του, άλλο τόσο ήταν η πορεία του ως συγγραφέα. Το πρώτο του μυθιστόρημα το εξέδωσε σε ηλικία 24 ετών και μετά από ένα σύντομο διάλειμμα πλέον των τριάντα ετών, επέστρεψε με το δεύτερο βιβλίο του, σε ηλικία 55 ετών. Πιο σημαντικό ακόμα, κατόρθωσε μέσα στα επόμενα 25 χρόνια να καθιερωθεί στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα, απέσπασε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, είδε τα έργα του ν’ ανεβαίνουν στο θέατρο και να μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη, αγαπήθηκε και ταυτόχρονα κατακρίθηκε από δικούς και ξένους όσο ελάχιστοι. Έχοντας συμπληρώσει 87 χρόνια «βιωμένης» ζωής, πράγμα για το οποίο ήταν περήφανος, μας άφησε στις 18 Ιουνίου, αφήνοντας ταυτόχρονα το κενό πίσω του δυσαναπλήρωτο. 


Ο Σαραμάγκου συνήθιζε να λέει: «Ζω μέσα στον κόσμο και αυτό νομίζω ότι είναι το φως που φωτίζει το δρόμο μου». Πράγματι, το μόνο που δεν υπήρξε ο Σαραμάγκου είναι ένας διανοούμενος θωρακισμένος πίσω απ’ το γραφείο και τα χειρόγραφά του, αποκομμένος απ’ τον έξω κόσμο και τα πάθη του. Πάνω απ’ όλα, υπήρξε ον πολιτικό και πολιτικοποιημένο, στοιχείο που βρήκε διέξοδο και στο συγγραφικό του έργο, καθιστώντας τον επίσης συγγραφέα πολιτικό. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1969, δεν κουράστηκε να καυτηριάζει την ανοησία, ανικανότητα και ματαιοδοξία των εξουσιαζόντων, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου προειδοποιώντας για ένα μέλλον βίαιο και δυσοίωνο (όπως αρμόζει σ’έναν απαισιόδοξα σκεπτόμενο) και να διαλαλεί την ανάγκη γι’ αλλαγή. Δε δίστασε να εξαπολύσει κατ’ επανάληψη προσωπική επίθεση κατά των προέδρων Μπους και Σαρκοζύ και του πρωθυπουργού Μπερλουσκόνι, με τον τελευταίο μάλιστα να εμποδίζει την έκδοση των έργων του συγγραφέα στην Ιταλία. Αν και απαισιόδοξος, και γνωρίζοντας απ’ την καλή και την ανάποδη τη φύση του ανθρώπου και το πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει, ο Σαραμάγκου χαρακτηριζόταν από αγάπη και πίστη στον άνθρωπο. Αυτή η αγάπη είναι διάχυτη στις σελίδες των μυθιστορημάτων του, αλλά εκδηλώνεται και στη «σχέση στοργής» με τους αναγνώστες του. Επίσης, φαίνεται κι από ένα Σαραμάγκου κοινωνικά ευαίσθητο, ο οποίος με την πένα του πολεμούσε ενάντια στην κάθε είδους εκμετάλλευση, τις προκαταλήψεις, το σεξισμό, αλλά και υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος και των ζώων. Εφ’όρου ζωής υπήρξε πολέμιος των ανά την υφήλιο θρησκειών κι Εκκλησιών, οι οποίες κατά τη γνώμη του δεν έφερναν κοντά τους λαούς, αλλά τους απομάκρυναν. Κατέκρινε την Καθολική Εκκλησία, ενώ «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιο» λογοκρίθηκε στην Πορτογαλία, οδηγώντας το συγγραφέα στην αυτοεξορία, στο νησί Λανθαρότε της Ισπανίας. Γενικότερα όμως, παρόλο που το έργο του ήταν αποδεκτό, ο ίδιος υπήρξε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, με τους συμπατριώτες του να τον θεωρούν ψυχρό κι αλαζονικό. Ουδείς προφήτης στον τόπο του: γιατί ν’ αποτελέσει ο Σαραμάγκου εξαίρεση;

Όσο για το λογοτέχνη Σαραμάγκου, πρόκειται για ιδιοφυία: ανατρέπει την ιστορία, διορθώνει το παρελθόν, επεμβαίνει στο μέλλον, κι όλα αυτά με σύμμαχο τις αυθεντικές ιδέες, συνοδοιπόρο την αλληγορία και δάσκαλους… τους χαρακτήρες των έργων του, όντας ο ίδιος «δημιουργός των ηρώων και δημιούργημα δικό τους». Τι να πρωτοπεί κανείς; Να μιλήσει για το φουτουριστικό και δυστοπικό στοιχείο στο έργο του που δημιουργεί ακυρωμένους παραδείσους; Να αναφέρει τον καθολικό χαρακτήρα των βιβλίων του, στα οποία δεν ορίζεται ούτε συγκεκριμένος χώρος, ούτε συγκεκριμένος χρόνος, κάποιες φορές ούτε καν ονόματα; Ή μήπως δε θα συνιστούσε παράλειψη να μην αναφερθεί ο φυσικός τρόπος με τον οποίο ο Πορτογάλος συγγραφέας περιγράφει ακόμα και τα πιο τραγικά και παράλογα συμβάντα, προκαλώντας ένα παραξένεμα που θυμίζει Μπρεχτ και Κάφκα; Να μην προσθέσουμε την πάγια τακτική του Σαραμάγκου να είναι πάντα παρών στα έργα του, τα πανθ’ ορών, ο μόνιμος Αφηγητής και συνδετικός κρίκος των έργων, μη διστάζοντας μάλιστα να παρέμβει ευθέως στην αφήγηση για να σχολιάσει; Για το τέλος έμεινε ν’ αναφερθεί το καλύτερο∙ το μορφολογικό εκείνο χαρακτηριστικό, τόσο ίδιο του Σαραμάγκου, αυτό που κάνει εκείνον ξεχωριστό και τον αναγνώστη δρομέα –θαρρείς– μακρινών αποστάσεων: η ιδιορρυθμία, καλύτερα, η απουσία σχεδόν της στίξης. Η φειδωλή χρήση κόμματος και τελείας (τα μόνα σημεία στίξης στον κόσμο του Σαραμάγκου) ενώνει αφήγηση, διάλογο, μονόλογο και σκέψεις των ηρώων, καθιστώντας τα όριά τους ασαφή, εξού και γοητευτικά. 

            Μη μας παραπλανά όμως το μέγεθός του ως συγγραφέα μυθιστοριογράφου. Ο Σαραμάγκου υπήρξε επιπλέον ποιητής, μεταφραστής, δημοσιογράφος, διευθυντής εφημερίδων, διηγηματογράφος και κριτικός λογοτεχνίας: άλλη μια απόδειξη για ένα πνεύμα ανήσυχο και πολυδιάστατο. Πάνω απ’ όλα, ο Σαραμάγκου υπήρξε σοφός και προφητικός, καθώς πριν μία δεκαετία κιόλας έλεγε: «Κάπου υπάρχει κάποιο λάθος. Δε γίνεται κάποιος να μην πιστεύει σε τίποτε. Σήμερα το μόνο που μας απασχολεί είναι το εφήμερο. Μας ενδιαφέρουν καθόλου οι γενιές που θα έρθουν; Τι είναι ο άνθρωπος αν δε σκέφτεται τα παιδιά του;» Επίσης: «Τα πάντα γύρω μας είναι έτοιμα να εκραγούν και εμείς το μόνο που κάνουμε είναι να προσπαθούμε να τα μπαλώσουμε.» 

Όταν ρώτησαν το Σαραμάγκου, πριν χρόνια, αν φοβάται το θάνατο, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι «η απειλή του τέλους κάνει ενδιαφέρουσα τη διαδρομή». Εξάλλου, γιατί να φοβάται ο Σαραμάγκου το θάνατο; Ήδη έχει κερδίσει την Αθανασία. Εκείνος μας αποχαιρετά: Η φωνή μου «θέλησε να γίνει η ηχώ της φωνής όλων μαζί των ηρώων μου. Δεν έχω, έτσι κι αλλιώς, άλλη φωνή από τη φωνή που έχουν εκείνοι. Συγχωρήστε με αν σας φάνηκε λίγο αυτό που είναι για μένα το παν».


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", Ιούλιος 2010.