13/5/13

Η ερωτική ποίηση της Gioconda Belli...





















Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΙ
 
Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη




Από τις ανώτερες σφαίρες και τα δυσθεώρητα ύψη του ερωτικού βιώματος ώς το οδυνηρό αγκύλωμα της απουσίας και το πικρό αμετάκλητο τού για πάντα χαμένου, η ποίηση της Μπέλι ανοίγει τις πύλες της στον αναγνώστη και του επιτρέπει να νιώσει κατάσαρκα τους στίχους που διαβάζει. Ποίηση ζωντανή, γεμάτη ένταση κι εικόνες, θυμίζει καρδιά που σφύζει πάνω στο χέρι του. Στίχοι αισθησιακοί, σε καμία όμως περίπτωση συναισθηματικοί, αποτυπώνουν τη σχέση αγάπης/έρωτα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, αφενός δίχως υποκριτική σεμνοτυφία και «καθωσπρεπισμό», αφετέρου με αντίληψη, σκέψη και εμπειρία κατασταλαγμένες. Έτσι, ο αναγνώστης απολαμβάνει μιαν αίσθηση βάθους και άφιξης στην ουσία των πραγμάτων και του αισθήματος, κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδανική γεφύρωση ανθρώπινου και θείου. Η Μπέλι περιγράφει τον έρωτα όπως τον ζούμε κι όπως θα θέλαμε να τον ζούμε, όχι ωστόσο μέσω εξιδανίκευσης, αντιθέτως, ακριβώς μέσω μιας «εκλογικευμένης αισιοδοξίας» όπως θα την ονόμαζα. Είναι αυτό το «παρά ταύτα» που συνιστά ουσία της ζωής και νόημά της. Είναι η υπερνίκηση των εμποδίων και η στάση μας μετά την αναγνώριση μιας μη ιδανικής κατάστασης ως τέτοιας, που δίνουν αξία στο βίωμα και την πράξη μας. Η αγάπη που περιγράφει η Μπέλι είναι η αγάπη που «δεν θυμάται λόγια για μπράτσα πλαδαρά», είτε τα λόγια έχουν ειπωθεί είτε όχι, ενώ πάντως τα «πλαδαρά μπράτσα» υπάρχουν.

Πέρα απ’ το εγώ και το εσύ, τη γυναίκα και τον άντρα, η ποίηση της Μπέλι (και η ερωτική δεν αποτελεί εξαίρεση) είναι ποίηση γήινη, με τη φύση κυρίαρχη. Σ’ αυτήν συναντά κανείς σχεδόν πάντοτε τον κεραυνό, τη βροχή, τη ευωδιά της νοτισμένης γης, μα και πλήθος πουλιών (κολίβρια, χελιδόνια, γλάροι) και δέντρων, μ’ έκδηλη βέβαια προτίμηση στην ερυθρίνα. Στην ποίητρια Μπέλι βρίσκουμε ακόμη τη γυναίκα που αγαπά τον τόπο της, τη Νικαράγουα, και ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, αλλά και την αντάρτισσα (υπενθυμίζω ότι υπήρξε αγωνίστρια κατά τη Νικαραγουανή Επανάσταση εναντίον του Σομόζα), αφού και σ’ ένα ερωτικό ακόμη ποίημα δεν παραλείπει ν’ αναφερθεί στα αναχώματα. Εκεί θα πρέπει να την περιμένει «ο άντρας που θα την αγαπά» και εκεί, μαζί οι δυο τους, θα πρέπει ν’ αγωνίζονται. Πρόκειται για μια ποίηση γεμάτη ζωή, καθόλου παράξενο για μια ποιήτρια με την πεποίθηση πως «για να μπορείς να γράφεις, πρέπει πρώτα να ζεις»!


Τα πάντα χάριν της αγάπης (Todo sea por el amor)
 
Πράγματα τόσα έχω κάνει για χάρη σου
που πρέπει ειδικά να προσέξω
μην και η ιστόρησή τους στ’ αφτιά σου ως παράπονο ηχήσει·
γιατί τα πάντα έχουν γίνει από αγάπη —
και αυτές ακόμη οι αστραπές και οι κυκλώνες που ελευθέρωσα
απ’ της Πανδώρας το κουτί
που ο ίδιος μια μέρα μου έβαλες στα χέρια,
ναι, αληθεύει πως πόνεσαν πολύ,
πως πολλές φορές τη σάρκα μου την ξέσκισαν απ’ τη ρίζα
και μένα μ’ έβαλαν να ψάχνω την καρδιά μου
με το φόβο μην δεν ακούσω το στρατιώτη βηματισμό της,
τα πάντα απόφαση δική μου και νηφάλια,
δική μου απώλεια κι απόλαυση δική μου,
και μέσα τους μ’ αντίκρισα πιότερο ακόμη γυναίκα
ικανή γι’ αναρριχήσεις κι ακροβασίες,
μ’ επιμονή όνου πεισμωμένου,
και που μ’ αυτά πορεύτηκα σε μονοπάτια άγνωστα,
συνεπαρμένη απ’ την οσμή την εγγύτατη της ευτυχίας,
ψάχνοντάς σε πίσω από χειρονομίες, πόρτες κλειστές
κι απ’ τον τρόπο που άφηνες τα ρούχα σου
κι όταν σε βρήκα
διάπλατα σου ανοίχτηκα
σαν κλουβί γεμάτο αηδόνια
γνωρίζοντας επίσης πώς είναι
ένα άστρο να έχεις εκτυφλωτικό στα σωθικά σου. 


Λοιπόν, με παράπονα να σφάλλω δεν θέλω—
υπεύθυνη με κρίνω για τον ήλιο και τη σκιά,
όμως, αχ αγάπη μου, πόσο με πονά
που -όντας εγώ στον ουρανό σου
σαν αστέρι περιπλανώμενο,
άσπλαχνα αναρτημένο στο σύμπαν σου-,
τη λάμψη μου δεν ανακάλυψες,
ούτε με κατοίκησες
το φως μου κατακτώντας,
παρά τόλμησες μονάχα
να με ψηλαφήσεις —
σαν τον τυφλό
μες στα σκοτάδια.


***


Εμμονή (Permanencia)
 
Δύσκολο να πεις:
Σ’ αγαπώ,
κοίτα πόσο χρόνο, απόσταση και προσποίηση
επένδυσα εμπρός στον τρόμο της λέξης ετούτης,
ετούτης της λέξης σαν φίδι
που πλησιάζει αθόρυβα, παραμονεύει
και που αρνείσαι μια, δυο, τρεις, πολλές φορές,
διώχνοντάς την σαν σκέψη κακή,
αδυναμία
και παράπτωμα,
σαν κάτι που το λέμε ανεπίτρεπτο


                         —αυτό το ρίγος το πρωταρχικό
                        που στου κόσμου τις απαρχές μάς πλησιάζει,
                        στο λεξιλόγιο το βασικό της ψαύσης και της επαφής,
                        στο σκοτάδι της σπηλιάς,
                        στον άντρα και τη γυναίκα
                        που διώχνουν γλείφοντας τον φόβο του σαματά—


Ν’ αναγνωρίζεις
εμπρός στον καθρέφτη
το ίχνος,
την απουσία κορμιών που συνομιλούν πλεγμένα.
Να νιώθεις πως υπάρχει
μια άγρια αγάπη
έγκλειστη για λόγους λογικής,
καταδικασμένη εις θάνατον από εξάντληση,
δίχως να δοθεί σε άλλον κανέναν
παρά κυριευμένη από ένα μόνο πρόσωπο αναπόφευκτο.

Μέρες να διαβαίνεις σηκώνοντας το χέρι,
σημαίνοντας την επόμενη συνάντηση,
μόνο και μόνο για να το μετανιώσεις.
Να μην αντέχεις το φόβο,
τη δειλία,
τον τρόμο στον ήχο της φωνής.
Να δραπετεύεις σαν ελάφι, τρομαγμένο απ’ την ίδια του την καρδιά,
κραυγάζοντας ένα και μόνο όνομα στη σιωπή
κι έτσι να κάνεις θόρυβο,
να γεμίζεις με φωνές άλλες,
μόνο και μόνο για να συνεχίσεις να διαλύεσαι
και να αυξάνεις τον τρόμο
που προκαλεί ένας παντοτινά χαμένος ουρανός.


***


Απλές επιθυμίες (Sencillos deseos)

Σήμερα θα ’θελα τα δάχτυλά σου ιστορίες να γράφουν στα μαλλιά μου
θα ’θελα στον ώμο φιλιά
χουχούλιασμα
τις αλήθειες τις πιο μεγάλες να ξεστομίζεις
ή τα πιο μεγάλα ψέματα—
να μου ’λεγες ας πούμε
πως είμαι η γυναίκα η πιο ωραία του κόσμου
πως πολύ μ’ αγαπάς
και άλλα τέτοια,
τόσο απλά,
έτσι χιλιοειπωμένα,
τις γραμμές του προσώπου μου να διαγράφεις
και στα μάτια άχρονα να με κοιτάζεις,
λες κι η ζωή σου ακέρια απ’ το χαμόγελό τους να εξαρτιόταν
όλους τους γλάρους αναστατώνοντας στον αφρό.
Πράγματα τέτοια θα ’θελα, όπως το κορμί μου να περιδιαβαίνεις,
δρόμο δεντροστοιχισμένο και μυρωδικό,
το πρωτοβρόχι να ’σουν του χειμώνα,
αφήνοντάς σε να πέσεις πρώτα αργά
κι ύστερα κατακλυσμιαία.
Πράγματα τέτοια θα ’θελα, όπως ένα κύμα τρυφεράδας τρανό
που τα μέλη μου θα ’λυνε,
έναν κοχυλιού αχό
ένα κοπάδι ψαριών στο στόμα
κάτι τέτοιο
εύθραυστο και γυμνό
σαν ένα άνθος έτοιμο στο πρώτο φως του πρωινού να ενδώσει
ή ένα σπόρο απλώς ή δέντρο
λίγα χορταράκια
ένα χάδι που θα μ’ έκανε να λησμονήσω
και πέρασμα του χρόνου
και πόλεμο
αλλά κι αυτούς ακόμη τους κινδύνους του θανάτου.




Περιοσότερα στο πλήρες αφιέρωμα στο Poeticanethttp://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1366726779&archive=&start_from=&ucat=331&show_cat=331

Δεν υπάρχουν σχόλια: