24/12/13

Καλά Χριστούγεννα...

 


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, 
ΕΙΡΗΝΙΚΑ, ΓΑΛΗΝΙΑ ΚΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ!

MERRY CHRISTMAS!!

FROHE WEIHNACHTEN!!

¡¡FELIZ NAVIDAD!!

Από τι ζουν οι άνθρωποι...



ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΑΞΙΔΕΥΕ

Από τι ζουν οι άνθρωποι
Λέων Τολστόι
Διασκευή/σκην./ερμηνεία:
Ηλ. Κουνέλας, Όλ. Λαζαρίδου, Γ. Νανούρης
Ελληνικός Κόσμος

«Ένα ‘αχ’ είναι η ζωή»: Ένα «αχ», που για τη μία ώρα της παράστασης αφήνουμε πίσω μας, έξω, στην πολύβουη κι ανομοιογενή λεωφόρο. Για μία ώρα αφηνόμαστε σ’ έναν κόσμο τρυφερά παραμυθένιο και ποιητικό, έτσι που να μας φαίνεται ότι η παράσταση διαρκεί όσο ένα «αχ». Αλλά έτσι είναι: τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια.

Η παράσταση Από τι ζουν οι άνθρωποι συνιστά δραματοποίηση του ομώνυμου διηγήματος του Λέοντος Τολστόι, διανθισμένη με σύγχρονα κείμενα και πικρές αλήθειες. Περιγράφεται η ζωή του φτωχού Ρώσου παπουτσή Συμεών και της συζύγου του, μια ζωή που αλλάζει κι εμπλουτίζεται με τον ερχομό ενός ξένου. Από μια πράξη αλτρουισμού και αυταπάρνησης, μαθαίνουν μαζί με τον ιδιότυπο «ξένο» τις τρεις μεγάλες αλήθειες: τι έχει ο άνθρωπος στην καρδιά του, τι δεν ξέρουν οι άνθρωποι, και από τι ζουν οι άνθρωποι. Το σίγουρο είναι πως όσα περισσότερα δίνει κανείς, τόσα περισσότερα εισπράττει, και πως η αγάπη είναι το μόνο γιατρικό.

Η διασκευή και σκηνοθεσία του διηγήματος από τους τρεις ερμηνευτές του, Κουνέλα, Λαζαρίδου και Νανούρη, έξοχη, όπως και τα σκηνικά της Μανωλάκου και οι φωτισμοί της Αλεξιάδου! Μέσα από τρεις τρίφυλλες ντουλάπες ξεπηδούν τα πρόσωπα του διηγήματος κι εκτυλίσσονται περιστατικά, ενώ στο προσκήνιο, με χαρακτήρα υπενθύμισης, λαμβάνει χώρα μια αντίστοιχη μεταφορά στο σήμερα της Ελλάδας: δυο χώρες, δυο κόσμοι, δυο εποχές. Το ζητούμενο όμως πάντα Ένα: αυτό, από το οποίο ζουν οι άνθρωποι. Ο φτωχός παπουτσής, Συμεών, γίνεται ο μετανάστης ράφτης της γειτονιάς, κ. Γιώργος, για την ακρίβεια ο Ινδός κ. Μπαμπαλού που λατρεύει τη δουλειά του και τα υφάσματα, αλλά αναγκάζεται να κλείσει το ραφείο του. Το αφιλόξενο κρύο της χιονισμένης Ρωσίας γίνεται το γυμνό, σχεδόν νεκρό, τοπίο της πλατείας Ομονοίας, όπου τα λιγοστά κι αναιμικά δεντράκια διψούν για λίγο χώμα και νερό και γίνονται άνθρωποι-σκιές που βασανίζονται και ζητούν κι εκείνοι με τη σειρά τους βοήθεια, είτε οικονομική είτε –κυρίως!– ουσιαστική. Έτσι, τη στιγμή που και οι άγγελοι ακόμη αποδεικνύονται “αδύναμοι”, ο άνθρωπος καλείται να φανεί δυνατός. Τι υπέροχο το παιχνίδι με τις σκιές, που άλλοτε συντελείται με την προσωποποίηση της σκιάς και παράστασή της με την έξοχη κούκλα –alter ego της Λαζαρίδου– σε κατασκευή Μάρθας Φωκά, και άλλοτε με το παιχνίδι τους στον τοίχο με τον ανάλογο σωστό φωτισμό, θυμίζοντας το παιχνίδι του Πήτερ Παν με τη δική του σκιά. Από την άλλη, πόσο απολαυστικό να γίνεται κανείς μάρτυρας του ταξιδιού μέρους ή στοιχείων των σκηνικών από παράσταση σε παράσταση, και πόση ζωή αποκτούν εκείνα μέσα απ’ αυτό, όπως συνέβη εν προκειμένω με τη μία από τις τρεις ντουλάπες –την πιο ψηλή, σκέτο κομψοτέχνημα– την οποία είχαμε θαυμάσει στην παράσταση Κήπος στάχτες. Η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα πλαισιώνει άριστα την παράσταση.

Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών, εξαιρετικές. Η Όλια Λαζαρίδου εξόχως απολαυστική, με μια αφήγηση ζωντανή και παραστατική, όπως και ο μονόλογός της αργότερα, με τον αντίστοιχο χειρισμό φωνής και έκφρασης, αλλά κι ένα θαυμαστό πλαστικό ντουέτο με την κούκλα-σκιά της, όπου αναρωτιέται κανείς ποια είναι η κούκλα και ποια η ζωντανή ηθοποιός. Πηγαίος ο Γιώργος Νανούρης, ως καλόκαρδος Συμεών, και άρτιος ο χειρισμός της κούκλας από τον ίδιο. Γάντι και ο ρόλος του Μιχαήλ για τον Κουνέλα, ο οποίος βρίσκεται στο στοιχείο του.

Τα φώτα έχουν σβήσει και το ακροατήριο βουβό. Δεν είναι που αγνοεί πως η παράσταση τελείωσε, όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις. Είναι που αυτό ακριβώς τρέμει και γι’ αυτό διστάζει. Και μετά όμως το επανειλημμένο χειροκρότημα, κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να σηκωθεί απ’ τη θέση του. «Ο Θεός είναι αγάπη», η τελική διαπίστωση και φράση. Ναι, αλλά και η Αγάπη είναι Θεός. Και ποιος, και πώς, να βγει μετά στην Πειραιώς…

 *Ο τίτλος είναι παραφθορά γνωστού στίχου της Κικής Δημουλά.
 Έλενα Σταγκουράκη

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=3505)


22/12/13

"Από τι ζουν οι άνθρωποι"...




"Από τι ζουν οι άνθρωποι"
Λέων Τολστόι
Διασκευή, σκηνοθεσία, ερμηνεία: 
Ηλ. Κουνέλας, Όλ. Λαζαρίδου, Γ. Νανούρης
Ελληνικός κόσμος.

Με τρόπο απόλυτα ποιητικό και τρυφερά παραμυθένιο μεταφέρεται στο σανίδι του Ελληνικού Κόσμου το διήγημα του Τολστόι. Μέσα από τρεις τρίφυλλες ντουλάπες ξεπηδούν πρόσωπα και περιστατικά, ενώ στο προσκήνιο, με χαρακτήρα υπενθύμισης (έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε και βυθιζόμαστε απόλυτα στο παραμύθι), λαμβάνει χώρα μια αντίστοιχη μεταφορά στο σήμερα: δυο χώρες, δυο κόσμοι, δυο εποχές. Το ζητούμενο όμως πάντα Ένα: αυτό, απ' το οποίο ζουν οι άνθρωποι. Τη στιγμή που και οι άγγελοι ακόμη αποδεικνύονται "αδύναμοι", ο άνθρωπος καλείται να φανεί δυνατός. Διασκευή, σκηνοθεσία, σκηνικά, φωτισμοί, έξοχα! Ποιος και πώς να βγει μετά στην Πειραιώς...

Πλήρης κριτική πολύ σύντομα στο "Φρέαρ".

Έλενα Σταγκουράκη

21/12/13

Καλή ανάγνωση!



Στο 9ο τεύχος παρούσα και η Ιδέα Βιλαρίνιο, 
με πολιτικά ποιήματα και μία από τις δύο -όλες κι όλες- συνεντεύξεις της 
σε δική μας μετάφραση.
Καλή ανάγνωση!

Ε.Σ

17/12/13

Όταν ο ήλιος...



Όταν ο ήλιος

"Όταν ο ήλιος..."
σκην. Δημoσθένης Φίλιππας
Θέατρο Τζένη Καρέζη

Παιδικές φωνές και γέλια, ποδοβολητά, ο χημικός τύπος του νερού, η διδακτέα ύλη της τετάρτης δημοτικού. Ήχοι που εκρήγνυνται στον αέρα της σκηνής του θεάτρου Τζένη Καρέζη, ώσπου σβήνουν τα φώτα και ξεκινά ο αγώνας για το στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί: τη μεταφορά στο σανίδι του μυθιστορήματος της Ζωρζ Σαρή, 'Όταν ο ήλιος'. Κάθε ανάλογη προσπάθεια συνιστά στοίχημα, καθώς η αλλαγή του μέσου προϋποθέτει και αντίστοιχες ουσιαστικές προσαρμογές. Η Βένια Σταματιάδη με τη διασκευή της προσπάθησε ν' αποτυπώσει το γενικότερο κλίμα στην Αθήνα εκείνης της εποχής, δηλαδή του Β παγκοσμίου πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης ώς την απελευθέρωση, εντάσσοντας όχι μόνο αποσπάσματα του βιβλίου, αλλά και τραγούδια, ποίηση, και ιστορικά ντοκουμέντα του τότε. Σ' αυτήν της την προσπάθεια διαφαίνεται η αγωνία της, εύλογη ομολογουμένως, να περιλάβει και να δείξει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, καθώς και ν' ανταπεξέλθει στις αυξημένες απαιτήσεις του εγχειρήματος, του κοινού, αλλά και των ζώντων προσώπων, ο ρόλος των οποίων ενσαρκώνεται στην παράσταση, όπως της Άλκης Ζέη, αδερφικής φίλης της Σαρή, η οποία δεν συμμετέχει στην παράσταση μόνο με τη φωνή της, αλλά -κυρίως- με τη διαρκή της αόρατη και συμβολική παρουσία. Καλός ο εμπλουτισμός, μόνο που σ' αυτήν την περίπτωση ο Δημοσθένης Φίλιππας στη σκηνοθεσία του θα έπρεπε να φροντίσει για ταχύτερο ρυθμό και ροή των σκηνών, καθώς δεν απεφεύχθη τελικά η κοιλιά. 
 
Από τους ηθοποιούς ξεχωρίσαμε την Αμαλία Καβάλη (στο ρόλο της Ειρήνης), η οποία αναμφισβήτητα διαθέτει υποκριτικό βάρος και τη δυναμική περαιτέρω εξέλιξης. Ιδιαίτερα θεατρικός στο ρόλο του μουσικού αφηγητή και ο Γιώργος Τσακνής. Και ναι: "Μόνο αυτός που παλεύει το σκοτάδι μέσα του, θα έχει μεθαύριο δικό του μερτικό στον ήλιο."

Έλενα Σταγκουράκη

* Η παράσταση συνιστάται για παιδιά.
 

12/12/13

Ωραίο γίνεται και το πεζό, άμα η αγάπη το ακουμπήσει με του Φοίνικα τα φτερά...





















Gioconda Belli

Αυτό θα πει αγάπη (Esto es amor)
 
                                    "Αυτό θα πει αγάπη− όποιος το ζει, το ξέρει" 
                                     (Lope de Vega)

Ο νους αρνείται τα όμορφα να ξεχάσει,
αρπάζεται απ’ αυτά και κάθε πόνο παραβλέπει,
με τρόπο μαγικό παραδομένος στο ωραίο.
Λόγια δε θυμάμαι για μπράτσα πλαδαρά,
παρά τη δική σου πάντα λεπτή μέση∙
θυμάμαι την απαλή, ακριβή, καθάρια διαφάνεια των χεριών σου,
τις λέξεις σου σε ένα χαρτί που βρίσκω παραπέρα,
την αίσθηση της γλύκας το πρωί.
Ωραίο γίνεται και το πεζό,
άμα η αγάπη το ακουμπήσει με του Φοίνικα τα φτερά,
στάχτη απ’ το τσιγάρο μου που είναι ο καπνός
μετά τον έρωτα,
ή ο κοινός καπνός,
ο αφαιρεμένος απαλά απ’ το στόμα δίχως λέξη,
γνωρίζοντας βαθειά πως ό,τι ο ένας, αυτό κι ο άλλος
όταν οι δυο σ’ αλλήλους ανήκουν.
Δεν σε καταλαβαίνω και θα ’θελα να σε μισώ,
θα ’θελα να μη νιώθω όπως τώρα
την κάψα των δακρύων μου στα μάτια
για όλον αυτόν τον χρόνο προς το κενό,
προς τον κόρο ασήμαντων ημερών,
που αθάνατες επιστρέφουν στην ηχώ μέσα του γέλιου σου,
και σ’ αγαπώ, τέρας αποκαλυπτικό της βίβλου των ημερών μου
και σε κλαίω, ποθώντας να μισήσω
κάθε τι που κάποτε μ’ έκανε να νιώσω
άνθος σπάνιο σε παράδεισο ανακτημένο,
όπου κάθε ευτυχία θα ήταν δυνατή,
και με πονάς στο σώμα το ευαίσθητο και ξηρό από χάδια,
εγκαταλειμένο ήδη μήνες στον ήχο των φιλιών,
λέξεων ψιθυριστών ή γέλιων την ώρα του μπάνιου.
Σε ποθώ με την αγριότητα του κάκτου μες στην έρημο
και ξέρω πως δεν θα ’ρθεις
ποτέ σου δεν θα ’ρθείς
και πως αν έρθεις, αδύναμη θα δειχτώ όπως δεν πρέπει,
κι αντιστέκομαι, μη γίνω βράχος,
Ταρπήιος,
ή Σπαρτιάτισσα που την ανήμπορη αγάπη της ρίχνει, να μη ζήσει,
και σε κρύβω και σε φυλώ μες στο σκοτάδι
και ανάμεσα στα γράμματα τα μαύρα των γραπτών μου,
γυρτά σαν λάβας ποταμό στις μπλε πάνω γραμμές του τετραδίου
που μου θυμίζουν πως η γραμμή είναι ευθεία,
αν και ο κόσμος καμπύλος
σαν των γοφών μου την γραμμή.
Σ’ αγαπώ και σ’ το φωνάζω όπου και να ’σαι,
κι ας μην ακούς
τη μόνη λέξη που μπορεί να σε σώσει απ’ την κόλαση
που κατεργάζεσαι, σαν τυφλός καταστροφέας
της πιο δικής σου, καταπιεσμένης τρυφεράδας
που εγώ γνωρίζω και που απ’ τη γνώση της
ποτέ πια δεν θα μπορέσεις να ξεφύγεις.
Και ξέρω πως η δίψα μου μονάχα με το ύδωρ το δικό σου ξεδιψά
και πως άλλος κανένας να μου δώσει να πιω δεν μπορεί,
ούτε αγάπη, ούτε έρωτα, ούτε κλαδί ανθισμένο
δίχως εγώ να τον μισήσω στην προσπάθειά του να σου μοιάσει,
και γι’ άλλες φωνές να ξέρω δεν θέλω
κι ας με πονά η νοσταλγία της στοργής
και της συζήτησης, βαθειάς και διεξοδικής, μεταξύ των δυο,
γιατί μονάχα εσύ κατέχεις τον κώδικα τον μυστικό
για το κλειδί των λέξεών μου
και μόνο εσύ μοιάζει να κατέχεις
τον ήλιο, το φεγγάρι, το σύμπαν της χαράς μου,
και για τούτο θα ’θελα να σε μισώ όπως δεν μπορώ,
όπως ξέρω πως ποτέ δεν θα μπορέσω
αφού με μάγεψες με τη δισάκι σου γεμάτο με βοτάνια
και νοσταλγίες και σπίθα αναμμένη
και μακρόσυρτες σιωπές
και όμηρο θα με κρατάς των ηράκλειων χεριών σου
κι εγώ θα εξαϋλωθώ, Αφροδίτη θα γίνω σε μια θύελλα δαφνόφυλλων,
και το όζον στην ατμόσφαιρα, που νιώθει τον ερχομό της βροχής,
θα ξέρει πως πια δεν υπάρχουν σύννεφα,
ούτε εξάτμιση,
ούτε ποτάμια,
ότι ο κόσμος αποξηράθηκε
και πως ποτέ πια δεν θα βρέξει,
ούτε χιόνι θα υπάρξει ούτε κρύο ούτε παράδεισος
όπου κάποιο πουλί να σπάσει θα μπορέσει
του θρήνου τη σιωπή.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Πρώτη σημοσίευση: Περιοδικό Poeticanet, τεύχος 18 (Απρίλιος 2013)


9/12/13

Vazgeçtim...


 

Παραιτήθηκα

Παραιτήθηκα...
Από τα μάτια σου,
Παραιτήθηκα...

Από τα λόγια σου

Ένα αχ σου αρκεί
Σιωπηλά, μονάχη
Σου έστειλα τα χείλη μου
Μην τα φιλήσεις αρκεί να τα πάρεις


Το δέρμα μου δεν ξέρει τα χέρια σου
Η καρδιά μου δεν ξέρει την καρδιά σου
Αχ αυτή η μυρωδιά, αυτό το δέρμα, αυτό το άγγιγμα
Αχ αυτή η τρέλα, περικυκλώνει το κορμί μου
Είναι η ώρα να εξαφανιστώ...


6/12/13

Ερυθραί νήσοι σημειώσατε: 2



 Ερυθραί νήσοι σημειώσατε: 2 

 

«Η ερυθρά νήσος»
Μιχαήλ Μπουλγκάκοβ
Σκην. Μαργαρίτα Καστρινού
Ομάδα Οίστρος
Ίδρυμα Μιχ. Κακογιάννης
Νοέμβριος 2013


«Έχω μπουχτίσει απ’ την αλληγορία» αναφωνεί ο θιασάρχης. Μακάρι να μπορούσε να πει το ίδιο και ο σημερινός Έλληνας, είτε ως θεατής είτε ως πολίτης είτε ως άνθρωπος, σε μια εποχή όπου όλα παρουσιάζονται και προσφέρονται στυγνά, μέσα σε όλη τους την άγρια ωμότητα, στο πιάτο του.



Μια αλληγορία συνιστά λοιπόν «Η ερυθρά νήσος», θεατρικό έργο το οποίο παίρνει αργοπορημένα στα χέρια του ο θιασάρχης –και το οποίο ο θίασος καλείται να παρουσιάσει δίχως πρόβες, απευθείας σε πρόβα τζενεράλε, στον λογοκριτή– στο ομώνυμο έργο του Μπουλγκάκοβ. Θέατρο μες στο θέατρο, λοιπόν. Σε ένα πρώτο επίπεδο καυτηριάζεται με σατιρικό τρόπο, και με αφορμή προσωπικά βιώματα του Μπουλγκάκοβ, η θεατρική πραγματικότητα, όπου μια παράσταση γεννάται απ’ το πουθενά, με ουσιαστικώς ανύπαρκτα μέσα, έλλειψη χρόνου κι αντίστοιχης προετοιμασίας και καλόπιασμα των κριτικών. «Ο κόσμος τρελαίνεται με τέτοιες μικρές καινοτομίες στο θέατρο», «αυτή τη σαιζόν έπαιξα μόνο οχτώ ρόλους», «είμαι εναντίον της ναφθαλίνης, προτιμώ τα έργα ζώντων συγγραφέων», «τον επαναστάτη παίζεις, όχι τον τρελό» είναι μερικές από τις φράσεις που διακωμωδούν πικρές αλήθειες του σημερινού χώρου του θεάματος, αλλά και ιδέες παρεξηγημένες. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, το εγκιβωτισμένο έργο περιγράφει την πολιτική ζωή σ’ ένα νησί ιθαγενών, στιγματίζοντας τον καιροσκοπισμό, την κατάχρηση εξουσίας, την υποκρισία των εξουσιαστών μεταξύ τους, αλλά και απέναντι στους εξουσιαζόμενους, την ευπιστία του λαού, αλλά και τη ‘γενναιοδωρία’ και την ‘αυταπάρνηση’ των εκάστοτε σωτήρων-συμμάχων, εδώ εν είδει Άγγλων και Γάλλων ευγενών που παραπέμπουν ευθέως στις αντίστοιχες αποικιακές αυτοκρατορίες. Τα δύο μάλιστα έργα συνδιαλέγονται μεταξύ τους κι αλληλεπιδρούν: πότε εισέρχεται το πρώτο στο δεύτερο, και πότε ακολουθείται η αντίστροφη πορεία.



Το έργο του Μπουλγκάκοβ μεταφέρθηκε με επιτυχία στη σκηνή του Ιδρύματος Κακογιάννη. Η διασκευή και σκηνοθεσία του έργου από την Καστρινού ηπήρξε επαρκής, αν και δεν απεφεύχθη μια μικρή κοιλιά στο σκηνή με το λόγο του «απελευθερωτή» Κίρι. Κάποιες σκηνές τραβούσαν περισσότερο σε μάκρος απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Το κείμενο έρεε ομαλά, ακολουθώντας τη μετάφραση της Βασιλικιώτη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Βαρσάνη, λιτά κι ευφάνταστα. Καίριος ο ρόλος του συνόλου κρουστών του Βασιλάτου στην αποτύπωση της έκρηξης του ηφαιστείου, της επανάστασης, και γενικότερα. Σε αντιστοιχία δε με την έλλειψη μέσων που περιγράφει το έργο, η παράσταση δυστυχώς δεν διέθετε πρόγραμμα ή κάποιο –έστω– σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο.


Όσο για την ομάδα των ηθοποιών, απέδωσε το έργο μέσα σ’ ένα γενικότερο κλίμα παιχνιδιού. Ξεχωρίσαμε τον ατακτούλη βασιλιά των ιθαγενών, Ευθύμη Γεωργόπουλο, τον θιασάρχη σε απόγνωση, Χρήστο Θεοχαρόπουλο, με το αυθόρμητο παίξιμό του που θύμιζε ωστόσο κάτι από Άγγελο Παπαδημητρίου, τον τσαχπίνη στρατηγό ‘Λίκι’ και τον αφελή βοηθό –«Πασπαρτού» όνομα και πράγμα– ‘Μετιόλκιν’.


«Το θέατρο για μένα είναι ναός» εκρήγνυται ο θιασάρχης Παμφίλοβιτς. Αμήν!



Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 24.11.2013

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=3048)

3/12/13

Μια Αρετίνα...

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Θεοδόσης Βολκώφ
 
Όπου
ο PIETROARETINO
εν έτει 2013
βρίσκει το άλλο του μισό
 
 
Βρήκα επιτέλους μια για την ουρά μου,
την ταιριαστή κι αντάξιά της θήκη·
δεν της ανήκω και δεν μου ανήκει·
βρήκα, τ’ ομολογώ, τον μάστορά μου.
 
Γυρίστρω, ψεύτρα, πονηρή, ναζιάρα,
–το άλλο μου μισό– με κερατώνει,
μαλώνουμε συχνά κι όταν θυμώνει
–φυλάξου, Πέτρο!– πέφτει και σφαλιάρα.
 
Τα δυο μας, όταν τρίζει το κρεβάτι,
τι μουσική αλλόκοτη ποιούμε!
Και ύστερα απ’ την κάθε μας απάτη
χριστιανικά τον άλλο συγχωρούμε.
 
Είναι, που λεν, σαν τα νερά τα κρίνα·
τα κρύα εννοώ. Μια Αρετίνα.
 
 

30/11/13

Δε μ' αγαπάς, μ' αγαπάς...















Αμαρτίες γονέων…

«Δε μ’ αγαπάς, μ’ αγαπάς»
Πέτρου Ζούλια/ Φωτ. Τσαλίκογλου
Σκην.: Πέτρος Ζούλιας
Θέατρο Βασιλάκου
Ιανουάριος 2013


«Οι νεκροί δεν σώζουν τους ζωντανούς.» Κι όμως, κάποτε μόνο μετά το θάνατο ενός προσώπου είναι δυνατή η απελευθέρωση απ’ τη σκιά και το δεσποτικό φάντασμά του, καθώς και η συμφιλίωση τόσο μ’ εκείνο, όσο και με τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Η φιλοδοξία δυσχεραίνει τη ζωή, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις.» Αυτή η αλήθεια, ειπωμένη απ’ τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του έργου, συνιστά βασικό λίθο πάνω στον οποίο οικοδομείται μια σχέση αγάπης-μίσους, αποδοχής-απόρριψης, ανάμεσα σε μητέρα (Ρίτα Λυμπεράκη) και κόρη (Μαργαρίτα Καραπάνου). Η μητέρα, σ’ ένα κυνήγι αυτοπραγμάτωσης, αφήνει την κόρη της να μεγαλώνει στην Ελλάδα με τη γιαγιά της, και δίχως επικοινωνία με τον πατέρα της, ενώ η ίδια κάνει -ως συγγραφέας- ζωή διανοουμένης στο Παρίσι. Αναπτύσσεται έτσι ένα είδος μητρότητας και μια σχέση μητέρας-κόρης δι’ αλληλογραφίας. Στις επανειλημμένες εκκλήσεις της κόρης για παρουσία κι υποστήριξη, η μητέρα απαντά φυγόπονα, με χίμαιρες και ιδέες μεγαλείου. Οι συνέπειες για την κόρη βαρειές, καθώς πλάθεται σ’ ένα συναισθηματικά λειψό άτομο, με έλλειψη αυτοεκτίμησης και καταδυνάστευση απ’ την εικόνα της «επιτυχημένης» μητέρας. Οποιοδήποτε νέο της εγχείρημα προσκρούει κι υπονομεύεται απ’ την εκλογίκευση, το συνετισμό και τη συνεχή παρότρυνση σε κυνήγι επιδόσεων από μια μητέρα που έχει τον εαυτό και τα «θέλω» της μονίμως στο επίκεντρο του μικρόκοσμού της, από μια «μαμά που δεν θα ’πρεπε να ’χει γίνει ποτέ της μαμά». Μέσα απ’ την κατάθλιψη και την επακόλουθη ψυχική νόσο, η κόρη ενηλικιώνεται κι αρχίζει να σχετικοποιεί το δεσμό με τη μητέρα της, δεσμός που παραμένει προβληματικός έως και εφτά χρόνια μετά το θάνατο της δεύτερης, οπότε και επέρχεται η συμφιλίωση. 


Η παράσταση συνιστά θεατρική διασκευή βιβλίου της Φωτεινής Τσαλίκογλου, βασισμένου στην αλληλογραφία των δύο γυναικών συγγραφέων. Πρόκειται για επιτυχημένη αναπροσαρμογή, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός λειτουργούντος θεατρικού δράματος. Οι ρόλοι αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της παράστασης και παράλληλα συμβαδίζουν με κρίσιμες στιγμές και γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας, ελληνικής κι ευρωπαϊκής. Ωστόσο, κάποια συμπεράσματα προσφέρονται στο κοινό ως έτοιμη, μασημένη τροφή, ενώ θα ’πρεπε ν’ αφεθούν στην κρίση κι αντίληψή του, όπως π.χ. η «αναγκαιότητα» της ασθένειας ή η απουσία μητρικής ευαισθησίας. Εύστοχη η απουσία διαλόγου και η αντικατάστασή του από την ανταλλαγή μονολόγων (γραμμάτων). Ταιριαστή η σκηνοθεσία του Ζούλια που φέρνει σε πρώτο πλάνο τους χαρακτήρες και κατ’ επέκταση την ερμηνεία των ηθοποιών. Ανάλογη και η σκηνογραφία της Αρσένη, με το πλήθος από βαλίτσες να συμβολίζει το πλήθος των αναχωρήσεων της μητέρας και το πολύ της απουσίας της. Τα κοστούμια, της ίδιας, αποδίδουν στο έπακρο τόσο τους χαρακτήρες των ρόλων, όσο και τις ψυχικές και συγκυριακές μεταπτώσεις τους. Τα ρούχα της κόρης, αμετάβλητα κατά τη διάρκεια της παράστασης, δίνουν την εικόνα ενός αιώνιου παιδιού που η μητέρα μόνο ως τέτοιο το αντιμετωπίζει, παραπέμποντας και στις ουσιαστικές δυσκολίες ενηλικίωσης-ανεξαρτητοποίησης. Αντιθέτως, το σοφιστικέ στυλ της μητέρας, μυρίζει Παρίσι και την αυταρέσκεια ντίβας. Έτσι, τα ρούχα γίνονται επιτυχώς μέσο μετάδοσης νοημάτων.

Η Ρένη Πιττακή (ως Ρίτα) φροντίζει για μια ερμηνεία πολλών καρατίων. Χαριτωμένη, φυσική, αλλά και με θαυμαστή φινέτσα, αποδίδει μιαν έφηβη, στην πραγματικότητα, συγγραφέα, που μέσα στην αντιφατικότητά της ο θεατής δεν γνωρίζει αν πρέπει να την αγαπήσει ή να τη μισήσει. Η Πέγκυ Τρικαλιώτη (ως Μαργαρίτα), κάπως άκομψη στην αρχή της παράστασης, βρίσκει το ρυθμό της στην πορεία και δίνει καλές ερμηνείες στα κωμικά και τα δραματικά σημεία. Το κωμικό δυναμικό της, αλλά και η υπέροχη φωνή της έχουν αποσιωποιηθεί στην καριέρα της. Τις στιγμές που βρίσκει τον εαυτό της κι εκδύεται προσποιήσεις που μας φέρνουν στο νου το ύφος Κιμούλη, γίνεται ουσιαστική. Η Μπάλλα, εύθυμη κι εξισορροπητική νότα.

Σύμφωνα με την Ρίτα, το πρόβλημα των ανθρώπων απανταχού της γης είναι πρόβλημα ενηλικίωσης, για το οποίο ευθύνονται οι γονείς, όποιοι και όπως κι αν είναι οι ίδιοι. Ευτυχώς αυτό δεν ισχύει για την παράσταση, όπου οι «γονείς» φρόντισαν για ένα ισορροπημένο τέκνο.


Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 19.01.2013


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα ευθύνη", τεύχος 16 (Μάρτιος 2013)

27/11/13

Βιλαρίνιο - Ονέττι: ένα πάθος αδάμαστο...

 

 

Ιδέα Βιλαρίνιο-Χουάν Κάρλος Ονέττι: ένα πάθος αδάμαστο 

της Μπλάνκα Ελένα Πάντιν



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Τα Ερωτικά ποιήματα της Ουρουγουανής ποιήτριας φέρουν όνομα κι επώνυμο: Χουάν Κάρλος Ονέττι. Η ιστορία αυτού του βιβλίου, η ιστορία που το διαμόρφωσε, εκτυλίχθηκε στο Μοντεβίδεο των αρχών της δεκαετίας του πενήντα.

Υπάρχουν συγγραφείς, οι οποίοι μέλλεται να εξασφαλίσουν την αναγνωρισιμότητά τους με ένα και μόνον βιβλίο. Αυτή μοιάζει να είναι η περίπτωση της Ουρουγουανής ποιήτριας, Ιδέας Βιλαρίνιο, δημιουργού παθιασμένων ερωτικών ποιημάτων που φέρουν όνομα κι επώνυμο, όχι άλλο από εκείνο του Χουάν Κάρλος Ονέττι. (Αν και συνιστούν κλασικό δείγμα του συγκεκριμένου είδους ποίησης, παραδόξως κανένα από τα ποιήματα του βιβλίου δεν περιελήφθη στην Ανθολογία Λατινοαμερικάνικης Ερωτικής Ποίησης των εκδόσεων «Μπιμπλιοτέκα Αγιακούτσο».)

Η ιστορία αυτών των σελίδων πηγαίνει πίσω στη δεκαετία του πενήντα, όταν ακόμη οι δυο τους δεν γνωρίζονταν. Την εποχή εκείνη, η πνευματική ζωή σε Μοντεβίδεο και Μπουένος Άιρες επέτρεπε τέτοιου είδους συμβιώσεις, όπου καθένας μπορούσε ν’ ανταμώσει όποιον ήθελε: έναν Ρομπέρτο Αρλτ, έναν Χόρχε Λουίς Μπόρχες, έναν Μπιόι Κασάρες, τις αδερφές Οκάμπο (Βικτόρια και Σιλβίνα), έναν Χοσέ Μπιάνκο. Από τότε (1950) χρονολογείται και το Νούμερο (Número), το περιοδικό απ’ όπου ξεκίνησαν όλα. Ιδρυμένο από τον Εμίρ Ροντρίγκες Μονεγκάλ, τον Μάριο Μπενεντέτι, τον Μανουέλ Κλαπς και την Ιδέα Βιλαρίνιο, το εν λόγω περιοδικό ήταν μία από τις λίγες εκδόσεις που χαιρέτισαν ενθουσιωδώς την εμφάνιση του βιβλίου του Ονέττι Η σύντομη ζωή (La vida breve), γεγονός που η κριτική του Μπουένος Άιρες είχε ουσιαστικά αγνοήσει.

Γνωρίζοντας αλλήλους μέσω των γραπτών τους, η προσωπική συνάντησή τους ήταν θέμα χρόνου και δεν άργησε να ’ρθει. Ούτως ή άλλως, αμφότεροι αποτελούσαν το επίκεντρο των αντίστοιχων κύκλων διανοουμένων, οι οποίοι τους είχαν ανυψώσει στη σφαίρα του μύθου. Εκείνη, ενάρετη. Εκείνος, αφορεσμένος. Το τέλειο ζευγάρι. Η συνάντηση θα πρέπει να έλαβε χώρα σε κάποιο καφέ στο κέντρο του Μοντεβίδεο. Σε εκείνα τα γεγονότα αναφέρεται η Βιλαρίνιο στη βιογραφία του Ονέττι, Κατασκευή της νύχτας, την οποία εξέδωσαν οι δημοσιογράφοι Μαρία Εστέρ Χίλιο και Κάρλος Μ. Ντομίγκες στις εκδόσεις «Πλανέτα» το 1993: «Προσπαθούσε να με εντυπωσιάσει βαθειά παρουσιάζοντας την καλύτερη δυνατή πλευρά του εαυτού του, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που μ’ έπεισε εν τέλει ότι πρόκειται για το όγδοο θαύμα του κόσμου. Τον ερωτεύτηκα την ίδια νύχτα εκείνη. Ερωτεύτηκα, ερωτεύτηκα, ερωτεύτηκα.» Το γάιδαρο, το σκύλο, το τέρας.

Ωστόσο, η καθοριστική συνάντηση θα καθυστερούσε μερικούς μήνες ακόμη. Εν τω μεταξύ διατηρούσαν αλληλογραφία, στην οποία αστειωδώς απευθύνονταν ο ένας στον άλλον στον πληθυντικό, παίρνοντας όμως ταυτόχρονα κάποιες ελευθερίες: «Πέρασε το καλοκαίρι και δεν ήρθες» θα διαμαρτυρηθεί η Βιλαρίνιο. Και από εκεί, στο αναπόφευκτο: εραστές, με σφοδρές ρήξεις και επανασυνδέσεις. «Ήταν ο τελευταίος άντρας που έπρεπε να ερωτευτώ, αφού ήμασταν εντελώς αντίθετοι κι ήταν αδύνατο να συνεννοηθούμε. Δεν κατάλαβε ποτέ την αλφαβήτα της ζωής μου, ποτέ δεν με κατανόησε ως άνθρωπο και ως προσωπικότητα. Κι έτσι είχαμε τις μεγάλες μας ρήξεις. Τη στιγμή που εγώ μιλούσα για κάτι πολύ λεπτό κι ευαίσθητο, θα ’λεγε εκείνος μια χοντράδα. Έλεγε πράγματα που μ’ έκαναν να τον διώχνω, πράγματα που μου ήταν αδύνατον να υπομείνω. Ακόμη αναρωτιέμαι γιατί τον ανέχτηκα τόσο, γιατί επέστρεψα τόσες φορές. Τσακωνόμασταν και ήμασταν μετά και πάλι μαζί, τον έδιωχνα κι ύστερα πάλι επέστρεφα. Μια νύχτα μού τηλεφώνησε όντας σε απόγνωση και μου ζήτησε να πάω να τον δω. Εγώ ήμουν με κάποιον που μ’ αγαπούσε και τον οποίο άφησα, προκειμένου να πάω και να περάσω τη νύχτα μαζί του. Και θυμάμαι πως το μόνο που κάναμε ήταν να γυρίσουμε ο ένας την πλάτη στον άλλον, και να διαβάσουμε: ένα βιβλίο εκείνος, άλλο εγώ. Το επόμενο πρωί τον άρπαξα, και κρατώντας του σφιχτά το πρόσωπο, του φώναξα κατάμουτρα: ‘είσαι γάιδαρος, Ονέττι, είσαι σκύλος, ένα τέρας’. Κι έφυγα.»

Γάιδαρος, κτήνος ή σκύλος, μια φορά στον Ονέττι είναι αφιερωμένα όλα μαζί και καθένα χωριστά από τα ερωτικά ποιήματα της Βιλαρίνιο.

«Μακριά βρίσκεσαι στο νότο
εκεί που οι δείκτες δεν δείχνουν τέσσερις.
Γερμένος στην πολυθρόνα σου
στηριγμένος στο τραπεζάκι
του δωματίου σου
ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι
δικό σου ή κάποιας
που ευχαρίστως θα εξάλειφα
−εσένα σκέφτομαι κι όχι εκείνες που πλάι σου ψάχνουν
αυτό το ίδιο που εγώ αγαπώ.
Εσένα σκέφτομαι ήδη πέρασε μια ώρα
μα ίσως και μισή
δεν ξέρω.
Σαν πέσει το φως
θα ξέρω ότι πήγε πια εννιά
τα  σκεπάσματα θα τραβήξω
θα ντυθώ το μαύρο μου φόρεμα
και το χτένι στα μαλλιά μου θα περάσω.
Ώρα για δείπνο
μα βέβαια, τι άλλο;»
(Απόσπασμα από το ποίημα «Επιστολή ΙΙ»)

Μια σχέση που, το δίχως άλλο, έφερε βαθειά τη σφραγίδα του πόθου, ένα οικοδόμημα που –είτε κατόρθωναν να το ορθώσουν είτε όχι– προσέκρουε πάντοτε στη συνεύρεσή τους. Τις ημέρες και τις νύχτες της απομόνωσής τους από τον έξω κόσμο διαδέχονταν μήνες ολόκληροι δίχως να έχουν ο ένας νέα του άλλου. Διαολόστελναν ο ένας τον άλλο ξανά και ξανά. Μια μέρα –χρόνια αργότερα, (1961)– τα πράγματα έφτασαν σε σημείο οριακό. Σ’ αυτήν την περίπτωση η απειλή ήταν πολύ συγκεκριμένη: «Αν φύγεις –προειδοποίησε ο συγγραφέας– δεν θα με βρεις όταν γυρίσεις.» Η ποιήτρια εξέλαβε τις λέξεις αυτές σαν την απειλή ενός τρελού που δεν κατανοούσε τη βαρύτητα της είδησης που είχε μόλις λάβει: τη δολοφονία του καθηγητή Αρμπέλιο Ραμίρες (είχαν παρέλθει μόλις δύο μέρες από την επίσκεψη του Τσε Γκεβάρα στο Μοντεβίδεο) και την σύγκληση του συμβουλίου των καθηγητών (η Ιδέα ήταν καθηγήτρια στο λύκειο Βάσκες Ασεβέδο) σε συνέλευση, κάτι που δεν σήκωνε αναβολή. «Αν πας, δεν θα με βρεις» επανέλαβε ο Ονέττι. Δίχως να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της το τελεσίγραφο, η Ιδέα έφυγε για τη συνέλευση. «Μα μόλις βρήκα την ευκαιρία, κατάφερα να ξεγλιστρήσω κι επέστρεψα σπίτι. Βλέποντας το φως αναμμένο, σκέφτηκα πως εκείνος βρισκόταν μέσα, μα σαν άνοιξα την πόρτα ένιωσα μια γροθιά στο στήθος. Είχε αφήσει ένα σημείωμα γεμάτο προσβολές και προστυχιές. Και τα ποιήματά μου, κάποια ερωτικά ποιήματα που του είχα δώσει, βρίσκονταν τσαλακωμένα και πεταμένα στα πόδια του κρεβατιού.»

Μια ακόμη (τελευταία) συνάντηση θα πραγματοποιούνταν το 1974 με αφορμή το κλείσιμο της εφημερίδας Πορεία (Marcha) από τη λογοκρισία που είχε επιβάλει το στρατιωτικό καθεστώς. Πρόφαση για τη λογοκρισία της εφημερίδας, με την οποία είχε συνδεθεί στενά ο Ονέττι, υπήρξε η δημοσίευση του βραβευθέντος διηγήματος ενός διαγωνισμού, στον οποίο ο ίδιος υπήρξε κριτής, και στον οποίο οι στρατιωτικοί θέλησαν να δουν ένα συνωμοτικό εγχείρημα εναντίον της δικτατορίας. Ο Ονέττι καταδικάστηκε με ποινή φυλάκισης τριών μηνών και έτυχε μεταχείρισης λίγο χειρότερης από εκείνης ενός ψυχασθενούς. Κατά την έξοδό του από εκείνη την κόλαση, δέχτηκε την επίσκεψη της πρώην ερωμένης του, η οποία αναπαρήγε τη συνάντηση αυτή σ’ ένα κείμενό της που παραχώρησε για το βιβλίο των Χίλιο και Ντομίνγκες:

«Απομείναμε μονάχοι, σιωπηλοί. Σιωπηλοί. Μα εγώ δεν είμαι πια σαν και τότε: κάτι έμαθα, κάτι με δίδαξε η ανάμνηση. Πάντα αισθανόμουν πως δεν διέθετα την απαραίτητη ωριμότητα για να τον αντιμετωπίσω τότε. Ή μήπως πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στο να είμαι και να μην είμαι πια ερωτευμένη. ‘Θα πεθάνουμε δίχως να μάθουμε ποτέ να μιλάμε οι δυο μας;’ τον ρώτησα. ‘Πάντοτε μας στοίχιζε’ απάντησε. ‘Θυμάσαι εκείνη τη φορά που ήρθες, ύστερα από τόσο καιρό και μείναμε είκοσι, τριάντα λεπτά δίχως να πούμε τίποτα, καθισμένοι, εγώ στο κρεβάτι κι εσύ στην πολυθρόνα; Πάντοτε με κατοικούσες, σε όλα.’ ‘Ναι’, είπε. ‘Κι εσύ εμένα’ του απάντησα. ‘Κάποτε μου είπες πως δεν μπορούσες ούτε να φας, ούτε να κάνεις έρωτα, ούτε… μαζί μου’. ‘Ναι’, είπε. Με κοίταζε μονάχα για λίγες στιγμές και για στιγμές κατέβαζε το κεφάλι, δαγκώνοντας το πάνω χείλος του με μιαν έκφραση ανημπόριας, ίσως και απόγνωσης. Έτσι λοιπόν δεν ξέρω η αγάπη τι είναι. Εσύ έπασχες από αμνησία, ήταν προφανές. ‘Την πρώτη φορά που μπήκα στην αίθουσα του Μουσείου, ξετρελάθηκα μαζί σου. Ποτέ δεν κατάλαβα τι μου συνέβη’ είπε. ‘Ποτέ δεν μου το ανέφερες’ απάντησα. ‘Ποτέ δεν κατάλαβα εκείνην την επιθυμία κατάκτησης, εκείνην τη φούρια κυριότητας.’ (Εγώ πάλι δεν θυμόμουν κάτι ανάλογο.) ‘Δεν σ’ άφηνα να πας στην τάξη’ (αληθεύει), ‘δεν το άντεχα. Και δεν επρόκειτο απλώς και μόνον για πόθο. Αν ήταν έτσι, δεν θα ένιωθα αυτήν τη φοβερή τρυφερότητα που νιώθω για σένα’».

Ο Ονέττι συνομιλεί με την Χίλιο στο διαμέρισμα του συγγραφέα στη Μαδρίτη. Εκείνη σκοντάφτει στα «Ερωτικά ποιήματα». «Εμπρός, διάβασέ το» την παρακινεί ο Ονέττι.

Δεν θα γίνει πια
όχι πια
δεν θα ζήσουμε μαζί
δεν θα μεγαλώσω το παιδί σου
δεν θα ράβω τα ρούχα σου
δεν θα ξαγρυπνώ στο προσκεφάλι σου τις νύχτες
δεν θα σε φιλάω φεύγοντας
ποτέ δεν θα μάθεις ποια υπήρξα
γιατί άλλοι με αγάπησαν.
Δεν θα κατορθώσω να μάθω
ποτέ γιατί ούτε πώς
ούτε αν ήταν στ’ αλήθεια
αυτό που είπες πως ήταν
ούτε ποιος υπήρξες
ούτε τι ήμουνα για σένα
ούτε πώς θα ήταν
μαζί να ζούμε
να αγαπιόμαστε
να μας περιμένουμε
να είμαστε παρόντες.
Δεν είμαι πια
παρά εγώ για πάντα
κι εσύ
δεν θα ‘σαι πια για μένα
παρά εσύ.
Δεν υπάρχεις πια
κάποια μέρα μελλοντική
δεν θα ξέρω πού θα ζεις
με ποιαν
ούτε αν θα θυμάσαι.
Ποτέ δεν θα μ’ αγκαλιάσεις
όπως εκείνη τη νύχτα
ποτέ.
Δεν πρόκειται ξανά να σ’ αγγίξω.
Δεν θα σε δω να πεθαίνεις.
(Ποίημα με τίτλο «Όχι πια»)

«Γιατί λέει η Ιδέα πως ποτέ σου δεν θα μάθεις ποια είναι;» ρωτά η Χίλιο, η δημοσιογράφος που απέσπασε ίσως τις περισσότερες συνεντεύξεις από τον Ονέττι.
«Δεν γνωρίζω. Ποτέ δεν αισθάνθηκα πως ήταν ερωτευμένη μαζί μου.»
«Δεν καταλαβαίνω. Πώς δεν ήταν ερωτευμένη. Και τα ποιήματα που έγραψε για σένα;»
«Δεν είπα πως δεν υπήρξε ερωτευμένη, είπα πως ποτέ δεν ένιωσα εγώ να είναι ερωτευμένη. Πιστεύω πως ο τρόπος της είναι πολύ εγκεφαλικός, διανοητικός.»
«Τίποτα άλλο;»
«Και κρεβάτι.»


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Φρέαρ (http://frear.gr/?p=2858)