24/7/17

Η πολιτική ποίηση της Τζοκόντας Μπέλλι... (1)




Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Εντρυφώντας εδώ και καιρό στον κόσμο της Τζοκόντας Μπέλλι, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τη γοητεία της, γοητεία που γητεύει και καθηλώνει οποιονδήποτε ασχοληθεί μαζί της. Εντυπωσιάστηκα από τον πολύπλευρο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, την οποία γνώρισα ως άκρως θηλυκή, ερωτική και γήινη ποιήτρια (δημιουργό κάποιων από τα ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που έχω διαβάσει), ως ιδιαίτερα επιτυχημένη και αγαπητή συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, ως γυναίκα-κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας και μητέρα τεσσάρων παιδιών, αλλά –αυτό και αν κάνει τη διαφορά!– και ως αντάρτισσα που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας Σομόσα στη Νικαράγουα, γεγονός στο οποίο οφείλεται η εξορία της σε Μεξικό, Κόστα Ρίκα και Κούβα. Παρακολουθώντας λοιπόν στενά, διαβάζοντας και μεταφράζοντας, τόσο την ποίησή της, όσο και τον πολιτικό επικαιρικό σχολιασμό της, συνάντησα μια γυναίκα με συναίσθηση της φύσης του φύλου της· μια γυναίκα με επίγνωση του κοινωνικού της ρόλου και της πολιτικής της ευθύνης ως τέτοιας, αφενός ως ‘ον πολιτικό’ εν γένει που οφείλει να συμμετέχει στα κοινά, αφετέρου ως γυναίκα της Λατινικής Αμερικής με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες και ανάγκες που προκύπτουν λόγω της συχνής –κάποτε δε συστηματικής και παραδοσιακής– καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος των γυναικών εκεί. Στη Μπέλλι βλέπω μια γυναίκα που διαρκώς αγωνίζεται, είτε για να ομορφύνει τον κόσμο με τους στίχους της είτε για να τον καταστήσει πιο δίκαιο και αξιοβίωτο με το συνεχή σχολιασμό της και τη διαρκή δημόσια δραστηριοποίησή της, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το κόμμα των Σαντινίστας το 1994. Πολύ συχνά μάλιστα η ποίησή της συνιστά ένα ακόμη μέσο πολιτικού αγώνα. Αυτήν ακριβώς την ποίηση θέλησα να παρουσιάσω εδώ, με όλο της το πάθος, όλο της το βάθος και όλη την τρυφερότητα για τον άνθρωπο, στοιχεία που τόσο χαρακτηρίζουν την Μπέλλι.

Ε.Σ.

***************************************************************

Βασιλικό ύδωρ 

(Αποχαιρετιστήριο κείμενο για την αποχώρησή της από τη «Νέα εφημερίδα», τον Ιανουάριο του 2012.)

Της Τζοκόντας Μπέλλι

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2006, εξέφρασα σε φίλο και παλιό συναγωνιστή την πεποίθησή μου πως εάν επικρατούσε ο Ντανιέλ Ορτέγα, δεν θα σηκώναμε ποτέ πια κεφάλι ως χώρα. Εκείνος, αμετανόητα αισιόδοξος, μου απάντησε με έμφαση: «Όχι, Τζοκόντα, αυτή η χώρα δεν είναι πια η ίδια. Δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο». Δυστυχώς, εγώ ήμουν εκείνη που δικαιώθηκε. Μοιάζει ψέμα, ωστόσο ακόμη και σε μία χώρα που υπέφερε τόσο πολύ και πολέμησε τόσο γενναία για να αποτινάξει μακροχρόνιες και επαναλαμβανόμενες δικτατορίες, στάθηκε δυνατόν η ιστορία να αναδιπλωθεί και η χώρα να επιστρέψει στην τρωτή εκείνη θέση, στην οποία την καταδικάζει η παράδοση, ως έρμαιο στα χέρια οποιουδήποτε διαθέτει τον απόλυτο χειρισμό των μηχανισμών εξουσίας.

Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Ντανιέλ Ορτέγα, ο οποίος από το 1979 κατείχε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέσεις-κλειδιά στον πολιτικό χώρο της Νικαράγουας και ο οποίος προτίθεται να αναλάβει εκ νέου τα ηνία της χώρας, ως επικεφαλής της κυβέρνησης, στη μακροβιότερη θητεία που είχαμε ποτέ.

Η δόλια και δίχως ενδοιασμούς πολιτική, συνιστώντας το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Ορτέγα, κατάφερε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια να παγιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία, χάρη στη στήριξη της συζύγου του, Ροζάριο Μουρίγιο. Σε εκείνην οφείλει ο Ορτέγα μια επικοινωνιακή πολιτική χειραγώγησης που του επέτρεψε να ανακυκλώνεται ως μυθική μορφή και θεματοφύλακας συλλογικών κεκτημένων, όχι μόνο του Σαντίνο και ολόκληρου του επαναστατικού ρεύματος των Σαντινίστας, αλλά και του συνόλου των αξιών του λαού της Νικαράγουας. Υπό την καθοδήγηση της Ροζάριο Μουρίγιο, το ιδίωμα της κυβέρνησής του μετατράπηκε σε αμάλγαμα θελκτικών και γλυκερών επιθέτων που επιστρατεύουν εξίσου τα πιο παγιωμένα κλισέ του χριστιανισμού και τα πιο επαναστατικά σλόγκαν, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αχλύος, βαμβακιού, μιας ζάχαρης χρώματος ροζ, ένα προπέτασμα πυκνού καπνού, πίσω από το οποίο εξυφαίνεται μέρα με τη μέρα ένα δίχτυ πυκνό και κολλώδες, προορισμένο να ακινητοποιεί οποιαδήποτε κοινωνική δυναμική εναντιώνεται στην απόλυτη συγκέντρωση ισχύος σε αυτό το δίδυμο.

Η φυσική τάση του ανθρώπου για ειρήνη και αρμονία, οτιδήποτε ανυψώνει και μπορεί να επαναλαμβάνεται σαν προσευχή στο πλαίσιο προπαγάνδας, ο ιδεαλισμός των χίπηδων και η ποπ τέχνη μετατράπηκαν στα χέρια της Μουρίγιο σε γλυκό σιροπάκι που τα παληκαράκια δεν διστάζουν στιγμή να καταπιούν, έτσι όπως λαχταρούν την πολυπόθητη συλλογικότητα που αμβλύνει την αξιοσέβαστη επιθυμία τους να συμμετέχουν στον καθορισμό του πεπρωμένου της πατρίδας τους.

Έτσι ηττήθηκε κατά κράτος η λογική στη Νικαράγουα, με ένα φαντασμαγορικό νούμερο ταχυδακτυλουργικής, αντάξιο εκείνου [Ορτέγα] που πιστεύει στο μαγικό υπόστρωμα της κοινής φαντασίας και στερείται ενδοιασμών να το εκμεταλλευτεί. Το άκρον άωτον είναι πως ακόμη και ολόκληρο Πρίγκηπα κατόρθωσαν να αναμείξουν. Αμφιβάλλω αν ο Πρίγκηπας Φίλιππος γνωρίζει για το κερασάκι αυτό με το οποίο σερβίρεται το επιδόρπιο που προσεκτικά μαγειρεύει η Πρώτη Κυρία.

Πριν πέντε χρόνια ανέλαβα αυτή τη στήλη στη «Νέα εφημερίδα», με την πρόθεση να παρακολουθήσω τα βήματα της κυβέρνησης Ορτέγα, ελπίζοντας ότι ο φίλος μου θα είχε δίκιο και πως δεν θα ήταν πια δυνατόν να επιστρέψει το παρελθόν. Θέλησα να κρατήσω τα ιστορικά πρακτικά της τύφλωσης που προκαλεί η εξουσία, η οποία ουκ ολίγες φορές έχει εμπνεύσει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ωστόσο, ως είθισται, η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε φαντασία: ο Ντανιέλ Ορτέγα και η αυλή του ήρθαν για να μείνουν. Θα μείνουν με το καλό, με το κακό, με οποιοδήποτε τίμημα, πεπεισμένοι πως συνιστούν την πανάκεια πάντων των δεινών που μας καταδυναστεύουν.

Η ίδια η χρονογράφος εξομολογείται πως δεν διαθέτει πια ούτε το στομάχι ούτε τη διάθεση για ένα χρονογράφημα, το οποίο στις 19 Ιουλίου του 1979 πίστεψε πως δεν θα ξαναγραφόταν στη χώρα της, τουλάχιστον όχι στη διάρκεια του δικού της βίου.

Με την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας από τον Ηγέτη και τη Μοργκάνα του, η πραγματικότητα στη Νικαράγουα θα παραμείνει μεταλλαγμένη σε φαντασίωση. Για πολύ καιρό –αγνοώ πόσον–, οι λέξεις δεν θα έχουν περιεχόμενο: θα ζούμε μέσα σε μιαν ομίχλη, εξαπατημένοι με τεχνητά θαύματα αιώνιων Χριστουγέννων και θεατρινίστικων ψευδαισθήσεων.

Παίρνω λοιπόν τις λέξεις μου και τραβάω γι’ αλλού. Δεν σιωπώ επ’ ουδενί. Σας περιμένω στα μυθιστορήματα, στα ποιήματά μου, σε εκείνα τα αποκυήματα της φαντασίας που, μέρα με τη μέρα, μοιάζουν περισσότερο αληθινά από τούτο δω.

Ευχαριστώ τους πιστούς σχολιαστές που συντρόφευσαν τα λόγια μου αυτά τα χρόνια, όπως κι εκείνους που μου επιτέθηκαν και τους άλλους που με εγκωμίασαν. Όλοι τους, συμμέτοχοι σε τούτη την άσκηση.

Ευχαριστώ και τον Φρανσίσκο Τσαμόρρο –άλλος ένας που πήρε τις λέξεις του και τράβηξε γι’ αλλού– για την υποδοχή που μου επεφύλαξε στην παλιά του εφημερίδα, η οποία πλέον –μετά βεβαιότητος– είναι νέα.






ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Εμβατήριο (Canto de guerra)

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και στη μάχη ούτε ανακωχή θα υπάρχει
ούτε ανάπαυλα για εμβατήρια
μα ποίηση από τη σκοτεινή οπή
της κάνης των τουφεκιών.


Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και θα χαθούμε στα αναχώματα
σκάβοντας το μέλλον στα φουστάνια της Πατρίδας
συγκρατώντας στην κόψη της καρδιάς και της φωτιάς
τις ορδές των βαρβάρων
που καιροφυλακτούν να πάρουν ό,τι αγαπούμε κι ό,τι είμαστε.

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
κι εγώ θα τυλιχτώ την ανίκητη σκιά σου,
σαν λέαινα ανήμερη
θα προφυλάξω τη γη των παιδιών μου
και κανείς δεν θ’ ανακόψει τη νίκη ετούτη
οπλισμένη μέλλον απ’ άκρη σ’ άκρη.


Και αν ακόμη δεν βλεπόμαστε
και ώσπου να μπορέσουν να σβηστούνε οι αναμνήσεις,
σου τ’ ορκίζομαι για χάρη σου,
σου τ’ ορκίζομαι αγκαλιάζοντας τη Νικαράγουα
σαν βρέφος που θηλάζει:


Δεν θα τους περάσει, αγάπη μου,
η νίκη είναι δική μας!



Αποχωρισμός σε καιρό πολέμου (Despedida en tiempos de guerra)

Μου γέμισες τα σωθικά γιορτή.
Μου αφιέρωσες κάθε μέρα και από ποίημα.
Μου κέντησες πεταλούδες στα μαλλιά.

Κρούστα έγινες στο δέρμα μου
—μαχαίρι οδυνηρό εσύ του έρωτα που αφήνει γεια—
και τώρα υγραίνονται τα μάτια μου στη σκέψη σου
και νιώθω τις φλέβες μου νερό να ξεχειλίζουν
και το αίμα μου να ψάχνει να σε βρει.

Μαζί μου θα μείνεις,
σύντροφε, εραστή, αδερφέ μου.

Μαζί μου, την ερημιά μου να ζεσταίνεις
και τις ώρες τις σκληρές του πολέμου.

Θα μείνεις στα κόκαλά μου χαραγμένος
σαν σφαίρα εύστοχη που το δρόμο γνωρίζει
ώς το κέντρο μου.

Εγώ θα σε φορώ στα ρούχα μου,
στις φόρμες εργασίας,
στο πανωφόρι το μπλε,
στην κουβέρτα·
θα σε φορώ σαν φυλαχτό
σαν πέτρα μαγική για το κακό.

Θα σε φορώ σαν ετούτα τα συγκρατημένα δάκρυα,
τώρα που πια δεν απομένει χρόνος
μήτε χώρος
για το κλάμα.




Το αίμα των άλλων (La sangre de otros)

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
εγώ που είμαι ακόμη ζωντανή
εγώ που επέζησα για να κλάψω, να γελάσω,
να φωνάξω Λεύτερη Πατρίδα ή Θανή
πάνω σ’ ένα καμιόνι
τη μέρα που αποφτάσαμε στη Μανάγουα.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών,
κοιτάζω τα μυρμήγκια στο γρασίδι,
τα ξυπόλητά μου πόδια,
τα δικά σου ολόισια μαλλιά,
πλάτη γερμένη πάνω απ’ τη συνάθροιση.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
και νιώθω πως το αίμα τούτο
που μ’ αυτό αγαπηθήκαμε,
δεν μας ανήκει.




Η στοργή των λαών (Ternura de los pueblos)

Σου έλεγα πως η αλληλεγγύη
είναι η στοργή των λαών.
Σου το έλεγα μετά το θρίαμβο,
μετά τους δύσκολους καιρούς μέσα σε μάχες
και σε θρήνους—
τώρα, καθώς αναθυμούμαι πράγματα που έγιναν πέρα μακριά,
τότε που όλα δεν ήταν παρά όνειρο και όνειρο, στον ύπνο και στον ξύπνιο,
δίχως κούραση καμιά, ποτέ, στην τροφοδότηση του ονείρου,
ώσπου έπαψε να ’ναι όνειρο, ώσπου αντικρίσαμε σημαίες κοκκινόμαυρες
―στ’ αληθινά― να κυματίζουν πάνω από σπίτια και σπιτάκια και παράγκες
και δέντρα του δρόμου, σκεπτόμενοι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε
κι έμοιαζαν γρίφο υπερμεγέθη από οργή κι από φωτιά,
από αίμα και ελπίδα…





Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό (Yo fui una vez una muchacha risueña)

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό
που με το γέλιο του όργωνε
ολόκληρη δική του πολιτεία.

Υπήρξα κάποτε ποιήτρια
γεννώντας ποιήματα καινούργια
σαν οι άλλοι γεννούν παιδιά
να τα διδάξουνε,
να τα ευχαριστηθούνε.

Υπήρξα κάποτε μητέρα δυο πολύτιμων κοριτσιών,
βαδίζοντας σίγουρη για την ευτυχία μου,
τον άνεμο προκαλώντας και τα πράγματα.

Τώρα,
είμαι η γυναίκα που δεν γνωρίζει τη γη όπου ζει,
δίχως αγάπη, δίχως γέλιο, και δίχως Νικαράγουα,
είμαι η ποιήτρια
που γράφει στα κρυφά
σε στιβαρά γραφεία και ξενώνες,
είμαι το κορίτσι που θρηνεί
κάτω απ’ την ομπρέλα
σαν η ανάμνηση το δαγκώνει,
είμαι η μάνα που νοσταλγεί τη χαρά των κοριτσιών της.

Τώρα,
είμαι το τραγούδι της βροχής, της νοσταλγίας―
είμαι όλη μια απουσία.


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέο Πλανόδιον" :

20/7/17

"Γεύση από μένα"...





Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Το βιβλίο της Σεσίλιας Βικούνια «Γεύση από μένα» είναι ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του. Όντας το ίδιο έργο τέχνης, αφού η δημιουργός του το συνέθεσε και διακόσμησε από διάφορα υλικά –κυρίως ύφασμα– και «αντικείμενα τέχνης», εμφανίστηκε το 1973, ενόσω εκείνη, εξόριστη στην Αγγλία, σπούδαζε τέχνη.

Αυτό το χειροποίητο βιβλίο αρχικά προοριζόταν να γίνει ένα «Ημερολόγιο αντικειμένων», αλλά με την είδηση του θανάτου του Αλιέντε απέκτησε χαρακτήρα επαναστικό και μαγικό, έγινε το ίδιο μέσο αντίστασης. Η ίδια αναφέρει: «τα αντικείμενα καλούνται να επιτύχουν ένα στόχο τριπλό: να αποτυπώσουν μία εργασία μαγική, μία επαναστατική και μια τρίτη, αισθητική. Συνιστούν ένα Ημερολόγιο Ζωής: κάθε μέρα είναι και ένα αντικείμενο (ένα κεφάλαιο) και όλες οι μέρες μαζί συνθέτουν μια ιστορία. Δεν θέλησα να εξαντλήσω τον αναγνώστη με λέξεις –ίσα που επαρκεί ο χρόνος για να ζήσουμε–. Τα αντικείμενα προσφέρουν απλόχερα το νόημά τους».

Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, ο Φελίπε Έρενμπεργκ σημειώνει πως το «Γεύση από μένα» είναι η πρώτη κραυγή της δημιουργικής συνείδησης της Χιλής, δυο μόλις μήνες μετά το βιασμό του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας» και συνεχίζει: «η Λατινική Αμερική δεν μπορεί να εκφραστεί με απόλυτη ελευθερία, παρά μονάχα από την εξορία. Η πολυτέλεια αυτού του βιβλίου, που για λόγους ανωτέρας βίας τυπώθηκε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων [η πρώτη έκδοση από τον εκδοτικό Beau Geste Press κυκλοφόρησε μόλις σε 250 αντίτυπα], συνίσταται στην ίδια του την ύπαρξη». Επιπλέον, όπως σημειώνει ο Σέρχιο Μοντραγόν στο οπισθόφυλλο της έκδοσης πια του 2007, «με το έργο αυτό η Βικούνια συστήνεται για πρώτη φορά ως ποιήτρια και μας μεταφέρει σε μια αξέχαστη ιστορική στιγμή, φορτισμένη με επιθυμίες και δημιουργική δύναμη».

Έτσι, το «Γεύση από μένα» συνιστά προοικονομία και ταυτόχρονα πεγραφή του Είναι της Σεσίλιας Βικούνια, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην Τέχνη, ως εικαστικός και ως ποιήτρια ―μια καλλιτέχνις, περήφανη για τη λατινοαμερικανική γενικά και την ιθαγενή καταγωγή της ειδικότερα, όπως αποδεικνύει και το καλλιτεχνικό επώνυνο που επέλεξε. «Βικούνια» ονομάζεται ένα από τα καμηλοειδή των Άνδεων, στα οποία ανήκει και το, γνωστότερο ίσως, λάμα. Ένα περαιτέρω χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέχνης της που τη συνδέει με τη λατινοαμερικανική παράδοση είναι, όπως αποτυπώθηκε και στα δύο προηγούμενα μέρη του παρόντος αφιερώματος, η τέχνη του πλεξίματος και τα νήματα. Αν και το διαδίκτυο δεν ενδείκνυται για την πλήρη εμπειρία της «Γεύσης από μένα», θα προσπαθήσουμε να την αποτυπώσουμε όσο πληρέστερα γίνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Βικούνια αναδύεται όπως την περιέγραψε σε επιστολή του προς αυτήν ο Χένρυ Μίλλερ: «μια, αναμφισβήτητα, καθαρή ψυχή».

**********************


Η πιο εμπνευσμένη (και αληθής;) αφιέρωση που μου έγινε ποτέ



Αριθμός τηλεφώνου (Número telefónico)

Όταν άλλαξαν τον αριθμό του τηλεφώνου σου
πίστεψα πως κατέφτανε η καταστροφή
αφού το 2 και το 3 ήρθαν
να αντικαταστήσουν τα αγαπημένα 4 και 9
και πλέον καμία μυθολογία δεν θα κυρίευε
το 7 και το 9 με τον τρόπο που εκείνη γδερνόταν
στο 0 και στο 8
Ήταν τόσο στρογγυλά και ηχηρά και τρυφερά!
Έρεεαν σε ρυθμούς τροπικούς
από σκούρο καφέ
παλιό καπνό λακαρισμένα αρώματα
Ζούσαν μέσα σου και σε συλλάβιζαν
πατώντας με μικρά κομματάκια από μάρμαρο
ενώ τα τελευταία νούμερα 9 και 4
ήταν βαριά κι ασαφή
σαν θολωμένα μάτια
σαν αριθμό τηλεφώνου
δοσμένο στον Άδη
ή σε κάποιον άλλον ακόμη πιο μακριά
αντί για την άψυχη εταιρία των αριθμών
που αγνοεί σε ποιον δίνει
τον αριθμό που δίνει
Το 23 79 30 δεν σημαίνει τίποτε
δυσκολεύει την απομνημόνευση
έχει έναν αέρα ατυχή και περιοριστικό
πέρα από τον ανώνυμο ήχο
που είναι αδύνατο να με ενδιαφέρει
Αντιθέτως το 49 08 94 είναι μέλι απωλεσμένο
πίνακας του Σασέτα
όπου γυμνοί ερημίτες
γιορτάζουν μια γιορτή χρυσή.

1971



Στο κέντρο του μάνταλα (El centro del mandala)

Να σε φιλώ δεν είναι λύση
Να εισβάλλεις μέσα μου και να με γλείφεις
δεν είναι λύση!
Να σε κοιτάζω έγινε πια πιο απόλυτο
από το να σε φιλώ
Ένα φιλί για μένα είναι λίγο
Η συνουσία είναι υπερβολικά λίγη
Η συνουσία δεν μπορεί να περιβάλει ούτε να εκφράσει
ούτε να ικανοποιήσει το αίσθημά μου για σένα
Η ζωή και ο θάνατος φωλιάζουν
κι αφοπλίζονται μέσα σου
Όταν σε κοιτάζω συντελείται
η ευτυχής ανάλωση
η επιτυχής συνάντηση
δύο ρευμάτων δύο καιρών
που καταφτάνουν από τόπους άλλους
του κόσμου
Είναι όπως σε ένα βάθρο με μικρόφωνο
όπου πλήθος περιμένει στη σειρά
να πάρει θέση πίσω απ’ το μικρόφωνο
Πολλά τα μικρόφωνα
μα καθένας ανεβαίνει στο δικό του μικρόφωνο
Είναι η πλήρωση της κοινωνίας
η τέρψη δυο ρευμάτων που επιτέλους ενωθήκαν:
το μικρόφωνο και ο ομιλητής.



Δυάδα ή σουσουράδα (Pajarito o parejito)

Και αν αφιέρωνα τη ζωή μου
σε κάποιο απ’ τα φτερά της
για να ζήσω τη ζωή της
να εισβάλω μέσα της και να την κατανοήσω;
Να τη σκεφτώ και να γίνω εκείνη ώς το τέλος;
Και να φτάσω
στο σημείο όπου οι κινήσεις μου
να γίνουν οι χιλιάδες μικρότατες ακτίνες
του φτερού;
Και η σιωπή μου
τα σούσουρα να γίνουν και οι ψίθυροι
του ανέμου στο φτερό;
Και οι καμπύλες μου
βελούδινες και διψασμένες να γίνουν
σαν το φτερό;
Και οι σκέψεις μου
γοργές και σίγουρες και ορισμένες
σαν τις μη-σκέψεις
του φτερού;

1971




Λίγη ηρεμία (Un poco de calma)

Και ξαπλώναμε γυμνοί
σαν να επρόκειτο να κάνουμε κάτι
και δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να αγγιζόμαστε
στήθος με στήθος
τα στήθη μου
και τα δικά σου
τα δικά μου απαλά
σκληρά τα δικά σου
Εγώ τα έβαζα στο στόμα σου
κι εσύ ξεκόρμιζες
και μου έλεγες:
«Σεσίλια, εγώ δεν αποκρίνομαι
αν εσύ...»
και σου απάντησα:
«Δεν πειράζει αν δεν αποκριθείς
αφού δεν θα σε ρωτήσω
τίποτε.»

1972




Φυσικές αποκλίσεις (Desviaciones naturales)

Σπουδάζαμε φιλοσοφία
σε ένα σπίτι γεμάτο μικροσκοπικά ζωάκια
Έβρισκες αλεπούδες
στο μέγεθος νεογέννητου ποντικού
και παπάκια όχι μεγαλύτερα από μύγα
πινγκουίνους και άλλα πολλά
Τα υπνοδωμάτια
γεμάτα ψυχασθενείς
που σκάλιζαν αγάλματα στο μάρμαρο.
Μετά την αντιγραφή
ενός ολόκληρου κειμένου για τον Ηράκλειτο
τον Παρμενίδη και τη σχέση με τον Χάιντεγκερ
πιανόμασταν να σκεφτόμαστε καθένας
τα απρόσμενα μεσοδιαστήματα
ανάμεσα στη γραμμή και το κενό.
Παρά το ακανόνιστο λευκό
των αιθουσών
φυλούσαμε σκοπιά για γερασμένους ποιητές
που κατέφθαναν με μπλε παλτό
για να διαλύσουν το εργαστήριο των εικόνων μας.




Αυτοπροσωπογραφία (Retrato físico)

Έχω ένα κρανίο σε σχήμα φουντουκιού
και δυο παλλόμενα μάγουλα για οπίσθια
όπου καταλήγουν δυο γαργαλευτοί πεπόνινοι μηροί
γόνατα ηλιοτρόπια
αστραγάλους από πέτρα ηφαιστειακή
αυχένα από αφρικανική σημύδα
αφού, πέρα από τα δόντια,
δεν έχω πάνω μου λευκό
ούτε καν το λευκό των ματιών μου
που έχει χρώμα απροσδιόριστο
Τα δάχτυλά μου είκοσι και αβέβαιο
αν θα μπορέσω να τα κρατήσω
έτσι όπως στέκουν πάντοτε
στο χείλος του γκρεμού
αν και πολύ τα αγαπώ
Θα τελειώσω τον εαυτό μου αργότερα
και θα κρατήσω τα υπόλοιπα για την ακτή.
Για να πω την αλήθεια, τολμηρή πολύ δεν είμαι
Όπου υπάρχει τρύπα
πέφτω μέσα
αφού δεν είμαι επιφυλακτική
ούτε καχύποπτη.

1966



Ο θρίαμβος της Λατινικής Αμερικής (El triunfo de Latinoamérica)
Η Λατινική Αμερική δεν πρέπει ποτέ να γίνει σαν την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ

Η Χιλή θα μπορούσε να γίνει η πρώτη χώρα του κόσμου που θα έφτανε στην απόλυτη ευτυχία. Η αθωότητα και η νεολιθική έκσταση θα εμφανίζονταν ξανά κατά τρόπο που ολοένα θα περιέβαλλε στοργικά την ύπαρξη. Αυτοκτονίες δεν θα υπήρχαν. Ο σοσιαλισμός θα διέθετε συναίσθηση του σύμπαντος και θα ήταν το άθροισμα της σοφίας των ιθαγενών της Αμερικής και της υπόλοιπης σοφίας του κόσμου. Ο σοσιαλισμός της Λατινικής Αμερικής θα γεννούσε έναν πολιτισμό, όπου η σκέψη με την καρδιά θα ήταν πιο αποκαλυπτική απ’ ό,τι η σκέψη με το μυαλό και όπου η επέκταση της αντίληψης και των σχέσεων θα προξενούσε όλο και περισσότερη ικανοποίηση. Θα υπήρχε πολύς χορός, πολλή μουσική, πολλή φιλία και ένας τρόπος υπέροχος να υπάρχεις!

22/8/1973




Φιντέλ και Αλιέντε (Fidel y Allende)

Όταν ο Φιντέλ επισκέφτηκε τη Χιλή το 1971, ο κόσμος ήταν τόσο χαρούμενος που οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε υπαίθριο πανηγύρι. Για να συμμετέχω κι εγώ στους πανηγυρισμούς γι’ αυτή την ιστορική συνάντηση στην ιστορία του λατινοαμερικανικού νότου, αποφάσισα να τη ζωγραφίσω. Ζωγράφισα μια πεταλούδα να πετάει από το χέρι του Αλιέντε και τους δυο τους να σχηματίζουν με το αεροπλάνο που έφερε τον Φιντέλ ένα τρίγωνο, με την κορυφή του προς τα κάτω. Πρόκειται για σχήμα μαγικό που σημαίνει την ευχή να διατηρήσουν τη δύναμή τους για όσο χρόνο είναι απαραίτητο.

Τον Φιντέλ τον έντυσα με τη χρυσή στολή των ηρώων, ενώ τον Αλιέντε με το πέπλο εκείνων που περνούν στην ιστορία. Ο Αλιέντε δεν είναι πλήρως ντυμένος γιατί ρουχισμός του είναι η υποστήριξη του λαού, αν και στη Χιλή εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι ανόητοι που δεν τον υποστηρίζουν. Παρομοίως, το ένα πόδι του Φιντέλ είναι γυμνό γιατί θέλησα να δείξω όχι μονάχα τη φυσική του ομορφιά ή την ιστορική του σημασία, αλλά γιατί ο Φιντέλ συμβολίζει τον «νέο άνθρωπο».

Περιβάλλονται δε από λουλούδια γιατί και οι δυο είναι το άνθος μιας νέας υπάρξης, τύχη αγαθή για τη Λατινική Αμερική.




Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε (La muerte de Salvador Allende)
(δε σώζονται φωτογραφίες αυτού του έργου)

Η κόκκινη κηλίδα, αυτό το κάλυμμα αστραπή, το κακό που καταφτάνει πετώντας είναι το πραξικόπημα, ενώ και το αίμα που κυλάει είναι οι πληγές και το αίμα του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Αυτός ο προφητικός λεκές σηκώνει καπνό, σκοτώνοντας καθετί ζωντανό και μετατρέποντας σε έρημο ό,τι προηγουμένως ήταν κήπος. Και από την μαγική Χιλή του σοσιαλισμού, από τον εφευρημένο αυτό παράδεισο δεν απομένει άλλο από πέτρες, κόκαλα και σκελετούς.

Η σορός του Σαλβαντόρ Αλιέντε πέφτει στην άβυσο, στη σχισμή που άνοιξαν οι δολοφόνοι, όχι μόνο του Αλιέντε, αλλά και όλου του μεγαλείου του.

Ο θάνατος του Αλιέντε δεν με συνεπήρε, δεν εισχώρησε στη συνείδησή μου, μόνο άρχισε να αναπτύσσεται μέσα μου αργά και μυστικά σαν σπόρος, μικρόβιο ή αρρώστια. Άρχισε να πονά κάμποσες ώρες αργότερα, αφού πήρε την τρομερή μορφή μιας φρικαλεότητας, μιας κραυγής πνιχτής και δύσοσμης στα σωθικά. Τότε ήταν που ένιωσα την ανάγκη να ζωγραφίσω. Ξεκίνησα στις πέντε τα χαράματα και συνέχισα όλο το πρωινό ώς τις τρεις το μεσημέρι της δωδεκάτης Σεπτεμβρίου.

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε είναι έγκλημα, με τον ίδιο τρόπο που όλα τα εγκλήματα συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα. Δεν σκότωσαν μόνο εκείνον, αλλά και τη ζωή μου, τη ζωή όλων όσων ζούσαν, όλων όσων τρέφονταν από την ανέγερση του σοσιαλισμού ως εργασίας χειρονακτικής, ηλιακής, μιας ευτυχίας δίχως τέλος.

Ο θάνατος του Αλιέντε σκοτείνιασε όλους τους ήλιους μου, σκότωσε τις γωνίες μου, την ενότητά μου, τη σαρωτική επιτάχυνση στη χώρα του Ποτέ Ξανά. Η σοσιαλιστική Χιλή ήταν για μένα ο ορισμός του μεγαλείου γιατί δεν ήταν μόνο δικό μου, κι εγώ δεν ανήκα πια σε μένα, αφού δεν ήμουν πια ΕΓΩ παρά ΕΜΕΙΣ για πρώτη φορά!

Ας γίνει ο θάνατος του Αλιέντε η σπίθα που θα αναγεννήσει την επανάσταση από τις στάχτες.

Ο θάνατος του Αλιέντε έθεσε τέλος στη μία και μοναδική λαμπρή στιγμή μας.

Ο θάνατός του είναι και δικός μου θάνατος και θα αναγεννηθώ μονάχα με την αναγέννηση της επανάστασης. Διαφορετικά, τα πάντα θα μείνουν χαρακιές και οργή και πόνος και σκιές και έρημος, από εδώ ώς τον ψίθυρο.

Αν το νόημα του θανάτου είναι η ανάσταση, τότε η έρημος θα δώσει ξανά καρπούς.

Αν όχι, η έρημος θα παραμείνει για πάντα έρημος και ποτέ δεν θα καρπίσει, ποτέ δεν θ’ ανθίσει τίποτε μέσα της, αφού μια φασιστική Χιλή δεν είναι η Χιλή, αλλά ‘Ήλιχ’: μια κατάσταση συναγερμού.

12/9/1973





Βιολέτα Πάρρα ή βιολέτα (Violeta Parra o Violeta Vid)

«Βιόλα θαυμαστή» ή «Βιόλα chilensis» ή «Βιόλα ηφαιστειακή», «Πουλί του παραδείσου επί γης» ή «Βιολέτα των Άνδεων» σύμφωνα με τον Νικανόρ Πάρρα. «Αγία Βιολέτα» ή «αγριοδαμασκηνιά» σύμφωνα με τον Πάμπλο Νερούδα. (Βιολέτα αγαπημένη, για μένα.)

Αποφάσισα να ζωγραφίσω το πορτραίτο της Βιολέτας Πάρρα για τον κύκλο Ήρωες της Επανάστασης, καθώς δεν ήταν όλοι οι ήρωες διοικητές, διανοούμενοι ή αντάρτες. Έπρεπε να προστεθούν και οι ήρωες της επιβίωσης, της ζωγραφικής, της επινόησης.

Τη ζωγράφισα λοιπόν ως ένα είδος συνδικάτου που στόχο έχει να δίνει δύναμη και μυστήριο στις συντρόφους της.

Επιπλέον, η Βιολέτα Πάρρα είναι ηρωίδα γιατί, όντας γυναίκα, τόλμησε να υπάρξει και να δημιουργήσει κατά τα δικά της ‘θέλω’. Τη ζωγάφισα κομμένη σε τρία μέρη γιατί ο κόσμος είναι ένα σφαγείο που την τεμάχισε και τώρα την εκθέτει σαν φιλέτο. Τη διαίρεσα στα τρία, πριν μάθω για τις τρεις απόπειρες αυτοκτονίας της που προηγήθηκαν της τελευταίας και τελεσίδικης.

Παρόλο που η Βιολέτα σημαίνει πολλά πράγματα, την απεικόνισα ως «Πλέκτρια του κόσμου» γιατί αυτή ήταν και η μαγική της δραστηριότητα. Εδώ, την έβαλα να πλέκει τους στίχους του τραγουδιού της «Ευχαριστώ τη ζωή»*.

Τα μάτια της κοιτάζουν στα αριστερά όπου και ξεκινά το τραγούδι: «Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα, που μου έδωσε δυο μάτια και, όταν τα ανοίγω, άριστα διακρίνω το μαύρο από τ’ άσπρο, ψηλά στον ουρανό τον έναστρο θόλο, και μέσα στο πλήθος τον άντρα που αγαπάω.» Πιο χαμηλά: «Μου έδωσε την ακοή που μέσα στο εύρος της καταγράφει νύχτα και μέρα, γρύλλους και καναρίνια, σφυριά, τουρμπίνες, γαυγίσματα και καταιγίδες.» Και πάνω: «Μου έδωσε το αλφάβητο και τον ήχο και, μαζί με αυτά, τις λέξεις που σκέφτομαι και ονοματίζω τη μάνα, το φίλο, τον αδερφό και το φως που καίει.» Στο γαλάζιο ουρανό: «Μου έδωσε την καρδιά που πάλλεται σαν βλέπω τους καρπούς του ανθρώπινου μυαλού.» Εδώ οι καρποί αυτοί συμφολίζονται με δυο ροδάκινα. Για να συνεχίσει κανείς να διαβάζει τη Βιολέτα πρέπει να καταφύγει στη βιογραφία της, στους στίχους λαϊκών τραγουδιών, στα πλεκτά και στα τραγούδια της, στα αντικείμενά της, όπως και στη συνεργασία της με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εδώ απεικονίζω με ένα μικρό σφυροδρέπανο.

Μάιος 1973


*Πρόκειται για το πασίγνωστο τραγούδι “Gracias a la vida” που ερμήνευσαν σπουδαίες φωνές όπως αυτή της Μερσέντες Σόσα.

___________________

Όλα τα ποιήματα και οι πίνακες είναι δημιουργίες της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ και περιλαμβάνονται στον τόμο "Γεύση από μένα".


*******************

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέο Πλανόδιον" 

17/7/17

Σεσίλια Βικούνια: «Ποίηση - ο άχωρος χώρος, ο άχρονος χρόνος»...




Eισαγωγή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Την ακούς και θυμάσαι τι θα πει άνθρωπος. Προσφεύγοντας στη γαλήνη, προκειμένου να ακούσεις τη σιγανή κι αργόσυρτη φωνή της με την τόση θαλπωρή, αφουγκράζεσαι τον μέσα και τον έξω κόσμο, η Αγωνία σου ενώνεται με την πνοή του ανέμου και το βάδισμα μιας μικροσκοπικής, κόκκινης (απ’ όλα τα χρώματα!) αράχνης. Και ανοίγεσαι και απλώνεσαι και αφήνεσαι...

«Το ποίημα είναι ένα πλεκτό από λόγο.» Όταν γεννήθηκε, η μητέρα της έβαλε μια αράχνη να περπατήσει στην παλάμη της. Άλλη μια ιθαγενής της Χιλής συνέδεε με αυτό το φυσικό τελετουργικό την κόρη της με τη μακρά παράδοση που τη συνέχει το νήμα.

Το 1530, ο χάρτης τούς αγνοούσε. Και μαζί με αυτόν, και ο ‘πολιτισμένος’ κόσμος. Περιττοί εκ γενετής, στα 1800 ήδη redundant. Τελευταία επιζήσασα της γραμμής, τώρα αντεπιτίθεται με την «πολυτέλεια να υπάρχει»: τραγουδά με του κολίμπριου τη φωνή, για κάθε γυναίκα καλλιτέχνη της Αμερικής silenciada.

«Στολίδια μου είναι τα λουλούδια» γράφει ως έφηβη και, viejita, την πλεξίδα της στολίζει με λεβάντα. Με πλήρη συναίσθηση της θέσης και της κίνησης στο χώρο, γλυπτό εν κινήσει ή σύγχρονη ιέρεια –contemporánea–, η μικρόσωμη γυναίκα κατευθύνεται στο Σημείο. Παίρνει λίγο νερό, το αφήνει να πέσει, ιερή σπονδή στη μοίρα που την οδήγησε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην καρδιά της Ευρώπης, ένα απόγευμα αμφίθυμο, με ήλιο, συννεφιά, αέρα δροσερό. Απλώνει το χέρι, βρέχει τη δέσμη λουλουδιών απ’ τον αγρό και με αυτή ραντίζει ένα γύρο, πρόσωπα και χώρο. Τι θα ’λεγε αν γνώριζε για το δικό μας αγιασμό;

Το κόκκινο νήμα ξεδιπλώνει μπροστά της, σύμμαχο, αντίπαλο, Οδηγό:

«Έφερα εδώ μαζί μου λίγο από το αίμα μου: γιατί το «Κίπου* της περιόδου», το “Kίπου-Mήτρα” που παρουσιάζω στην Ντοκουμέντα [14], στην πραγματικότητα ξεκίνησε όταν ήμουν δώδεκα χρονών.
Η μητέρα μου είναι ντιαγίτα. Ξέρετε τι θα πει «ντιαγίτα»; «Ντιαγίτα» ονομάζεται μια κοινότητα ιθαγενών, ένας σπουδαίος ιθαγενής πολιτισμός στη βόρεια Χιλή που εξοντώθηκε κατά το 17ο και 18ο αιώνα. Η μητέρα μου δεν έμαθε ποτέ ότι ήταν ντιαγίτα. Ακόμη και σήμερα, το αγνοεί. Έτσι λοιπόν, ούτε εγώ γνώριζα αν ήμουν ή δεν ήμουν ντιαγίτα, δεν γνώριζα ποια ήμουν.
Τη μέρα της πρώτης μου περιόδου,** δεν γνώριζα τι θα πει «περίοδος». Ποτέ μου δεν είχα ακούσει αυτή τη λέξη ούτε και την ιστορία της. Ξύπνησα στη μέση της νύχτας, νιώθοντας μια υγρασία –μια υγρασία;– ανάμεσα στα πόδια μου. Τι να σήμαινε άραγε αυτή η υγρασία; Η πρώτη μου ερμηνεία ήταν ότι ίσως να τα είχα κάνει πάνω μου – κοίταξα τότε, και είδα ότι ήταν αίμα. Η δεύτερη ερμηνεία μου ήταν ότι μάλλον με είχαν μαχαιρώσει την ώρα που κοιμόμουν. Η τρίτη μου ερμηνεία ήταν να βάλω τις φωνές και τα κλάματα. Η μητέρα μου ξύπνησε κι ήρθε τρέχοντας στο δωμάτιο να δει τι είχε συμβεί. Μου είπε: «Όχι, κοριτσάκι μου, δεν είναι τίποτε. Αυτό συμβαίνει στα κοριτσάκια.»
Ξεκίνησα λοιπόν με αυτή την ιστορία γιατί είναι η ιστορία της καταπίεσης των ιθαγενών πολιτισμών από τον σύγχρονο πολιτισμό που ζούμε και γνωρίζουμε ―των ιθαγενών δε πολιτισμών όλης της ανθρωπότητας και όχι μονάχα της Χιλής. Ο ανθρώπινος πολιτισμός στο σύνολό του υποφέρει από έναν λανθασμένο ορισμό της ανθρωπότητας που ξεκινά από την καταπίεση της γυναίκας και συνεχίζει ώς την καταστροφή του πλανήτη. Έτσι, εδώ και πενήντα χρόνια, αναζητώ κι ανακαλύπτω ποια είναι η σημασία αυτού του πορφυρού νήματος.
Για την Ντοκουμέντα έξεδωσα ένα καινούργιο βιβλίο που φέρει τον τίτλο “Read thread”, στα αγγλικά, μιας και πρόκειται για τη σημερινή lingua franca και την κατεξοχήν γλώσσα της σημερινής τέχνης. Μάλιστα το βιβλίο το έγραψα εξαρχής στα αγγλικά, παρόλο που είναι μια γλώσσα που μισώ, για τον απλό λόγο ότι αυτή η ιστορία πρέπει να γίνει γνωστή. Αντιθέτως, στη Χιλή δεν υπάρχει ενδιαφέρον για μια Σεσίλια Βικούνια, ενώ ένα βιβλίο της στην ισπανική γλώσσα θα ξεχαστεί απλά σε κάποιο συρτάρι***. Λέω ότι μισώ τα αγγλικά γιατί στα εννιά μου χρόνια φύγαμε ξαφνικά από την εξοχή, όπου ζούσαμε μέσα στα λουλούδια και τα ζώα, και βρεθήκαμε στο Σαντιάγο. Οι γονείς μου, σκεπτόμενοι έξυπνα, με έβαλαν σε ένα σχολείο αγγλικό, αγγλικανικό, όπου όμως τιμωρούσαν τα παιδιά που δεν μιλούσαν αγγλικά αναγκάζοντάς τα να φάνε σαπούνι, αμερικανικό σαπούνι. Πήγαινες να μιλήσεις και γέμιζες αφρούς. Έτσι λοιπόν, η αγγλική γλώσσα ήταν για μένα αρχικά ένα είδος καταπίεσης, ένα είδος βίας, επιβολής. Από την άλλη, οι γονείς μου μού έλεγαν πως αν δεν μάθαινα αγγλικά, δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω πολίτης του κόσμου. Θυμάμαι λοιπόν πολύ έντονα –δεν θα την ξεχάσω ποτέ– τη μέρα που με ανάγκασαν να μάθω ένα τραγουδάκι για νήπια, το εξής: “Twinkle, twinkle, little star/ How I wonder what you are”. Όταν κατάλαβα τι σήμαινε αυτό το «τουίνκλ, τουίνκλ», δηλαδή αυτή τη διακοπτόμενη λάμψη των αστεριών, λάτρεψα αυτή τη γλώσσα. Είπα προηγουμένως ότι μισώ τα αγγλικά, γιατί πρέπει να τα μιλώ συνέχεια και γιατί είναι μια γλώσσα που περιορίζει την ανθρώπινη γνώση: είναι μια γλώσσα άγρια, σχεδόν βίαιη, πρωτόγονη. Επομένως, η σχέση μου με τα αγγλικά είναι μια σχέση τρομερή, μια σχέση αγάπης-μίσους.
Έλεγα λοιπόν ότι έγραψα το βιβλίο στα αγγλικά. Ο τίτλος σημαίνει «Διαβάζοντας το νήμα». Και πώς γεννήθηκε αυτός ο τίτλος; Στην πραγματικότητα με αυτό το βιβλίο ήθελα να διηγηθώ την ιστορία του πορφυρού νήματος. Αν επισκεφτείτε την έκθεση, θα δείτε ότι υπάρχει ένας πίνακας, τον οποίο ζωγράφισα, αν θυμάμαι καλά, το 1972, όπου εμφανίζεται ήδη τότε το πορφυρό νήμα. Το ίδιο ισχύει και για έναν προηγούμενο πίνακα, επίσης της δεκαετίας του ’70, ο οποίος δυστυχώς έχει χαθεί. Στην αρχή λοιπόν ξεκίνησα να ζωγραφίζω την πορφυρή γραμμή, ενώ στη συνέχεια πέρασα στη δημιουργία/οριοθέτηση χώρων, χρησιμοποιώντας μια υπαρκτή κόκκινη γραμμή. Σήμερα, που βρίσκομαι πολύ πιο κοντά στο θάνατό μου απ’ ό,τι στη γέννησή μου, αρχίζω να κατανοώ, με άλλα λόγια να διαβάζω, την ιστορία του κόκκινου νήματος.

Σε αυτό το σημείο λοιπόν σταματώ τα της ιστορίας και τη θέτω στη διάθεσή σας, ώστε να βιώσετε και να νιώσετε οι ίδιοι με μια επίσκεψή σας στη Ντοκουμέντα, στο Κάσσελ, τι βρίσκεται κάτω από ένα γλυπτό από αυτό το υλικό, αλλά με ύψος δέκα μέτρα. Πρόκειται για μια κατασκευή σχεδόν αδύνατη, εξαιτίας του είδους του υλικού που χρησιμοποιώ. Δεν είναι άλλο, από το φυσικό μαλλί ενός ζώου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του υλικού είναι ότι το μαλλί -τόσο των ανθρώπων, όσο και των ζώων- είναι ταυτόχρονα απόλυτα εύθραυστο και όμως ένα από τα πιο δυνατά υλικά του πλανήτη. Με το γνέσιμό του, δηλαδή την περιστροφή του, τα μόριά του πιέζονται, ενώνονται και έτσι γίνονται πιο δυνατά. Όταν μάλιστα γνέθεις ένα κομμάτι προς τα δεξιά και το άλλο προς τα αριστερά, η αντίθεση αυτή κάνει το νήμα ακόμη πιο ισχυρό. Αυτή ακριβώς είναι και η αρχή που διέπει τους ιθαγενείς πολιτισμούς στη Λατινική Αμερική και ιδίως στις Άνδεις: η συμπληρωματική ένωση των αντιθέτων.
Η συμπληρωματική ένωση των αντιθέτων είναι αυτή που μας επιτρέπει και την ομιλία. Σύμφωνα με τον Σίγκμουντ Φρόυντ, οι λέξεις ενέχουν τον ανταγωνισμό, καθώς υπάρχουν δύο, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, σύνθετα μέρη σε κάθε σύνθετη λέξη. Είναι λοιπόν θαυμάσιο το πώς η γλωσσολογική αρχή που διέπει όλες τις γλώσσες του κόσμου βασίζεται σε αυτόν τον εποικοδομητικό ανταγωνισμό που -ως άλλη μηχανή- δίνει στις λέξεις την απαραίτητη δύναμη κι ενέργεια για την κινητοποίηση και τη διακίνησή τους ―και όχι μόνο ως προς τη σημασία τους, αλλά, κατά την άποψή μου, ως προς τη συμπαντική τους δομή.
Δουλεύω λοιπόν με τη συμπαντική δομή του νήματος. Το νήμα για τον πολιτισμό των Άνδεων συνιστά συμπαντικό αέριο, το στοιχείο από το οποίο γεννιούνται οι γαλαξίες, το στοιχείο από το οποίο γεννιέται το νερό. Έτσι, η προέλευση του νερού, της γλώσσας, του τραγουδιού και του ήχου, από την σκοπιά του ιθαγενούς πολιτισμού ολόκληρης της ανθρωπότητας και όχι μονάχα των Άνδεων, σχετίζεται με μία δύναμη: την ίδια δύναμη που κάνει τα ξέχωρα μόρια του νήματος να ενωθούν. Αυτή η δύναμη, με όρους της κβαντικής φυσικής, ονομάζεται ‘γκλούον’. Οι επιστήμονες της κβαντικής φυσικής αναζητούν διακαώς αυτό το ‘γκλούον’. Δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμη. Έχουν αναπτύξει θεωρίες γι’ αυτό εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμη γιατί δεν πρόκειται για ένα μόριο, αλλά για τον τρόπο συσχετισμού των μορίων μεταξύ τους.
Η αναζήτηση της ένωσης, που συνιστά και προέλευση της γλώσσας, είναι η ουσία για παράδειγμα της ποίησης γκουαρανί στη ζούγκλα της Παραγουάης και αλλού. Στη γλώσσα γκουαρανί, η δύναμη αυτή ονομάζεται «η αγάπη που ενώνει». Έτσι, η λέξη, το τραγούδι και η ίδια η ζωή γεννιούνται από αυτή τη δύναμη, «την αγάπη που ενώνει». Παρατηρήσατε ότι την ώρα που το έλεγα αυτό συμμετείχε και ο αέρας; Νιώσατε αυτή την πνοή του ανέμου; Πάει, πέρασε.
Στην ποίηση των ιθαγενών της Αμερικής, όλα τα στοιχεία συμμετέχουν στη σύνθεση. Έτσι δουλεύω κι εγώ, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο σύνθεσης. Ερχόμενη λοιπόν εδώ για να σας συναντήσω, δεν προετοίμασα τίποτα. Έφερα μαζί μου αυτό το πορφυρό νήμα και ήξερα πως εκείνο θα με καθοδηγούσε.»
(Ομιλία της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς, Τμήμα Μετάφρασης στο Γκέρμερσχάιμ, στις 07.06.2017. Υπεύθυνη σεμιναρίου: Λιλιάνα Μπισάμα)




ΣτΜ:

*Το ‘κίπου’ είναι μια κατασκευή από νήματα, χαρακτηριστική του πολιτισμού των Άνδεων, η οποία μπορεί να έχει ποικιλία περιεχομένων και παρουσιάζει διαφορετικούς βαθμούς συνθετότητας. Ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας του, επιτρέπει ή όχι την αποκρυπτογράφησή του. Πρόκειται για ολόκληρο σύστημα/κώδικα από κόμπους, στους οποίους δίνεται διαφορετικό σχήμα, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα είδος ημερολογίου, καταλόγου, ευρετηρίου κλπ. Ενώ είχε κυρίως χρηστική αξία, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η εικαστική του σημασία. Το γεγονός ότι η Βικούνια χρησιμοποιεί (και για την Ντοκουμέντα) αυτό το χαρακτηριστικό μέσο του πολιτισμού των Άνδεων, συνιστά ένα ακόμη στοιχείο που ενώνει το έργο της με την λατινοαμερικανική παράδοση, δίνοντάς του τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

**Δεν είναι καθόλου τυχαίο –και πολύ λιγότερο αθώο– ότι στα ελληνικά αποδίδουμε την έναρξη του έμμηνου κύκλου με το ρήμα «αδιαθέτησα» ή το ουσιαστικό «αδιαθεσία». Γυναίκες όμως με περίοδο μπορούν να είναι κάλιστα ευδιάθετες. Take my word for it!

***Η Βικούνια μίλησε στους φοιτητές και για τη λογοκρισία που υπέστησαν τα έργα της στη Χιλή, πριν καν εκδοθούν, κατά τη δικτατορία του Πινοτσέτ και αργότερα. Επιπλέον, καυτηρίασε το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα γυναίκες συγγραφείς (και δη εκείνες με ιθαγενή προέλευση) απορρίπτονται από τους εκδοτικούς κι αποκλείονται από τις προθήκες των εκεί βιβλιοπωλείων. Σε ερώτηση που της έγινε να συγκρίνει την πρόσληψη του έργου της στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη, απάντησε ότι η σύγκριση είναι αδύνατη: «Δεν μπορώ να συγκρίνω την πρόσληψη, γιατί στη Λατινική Αμερική πρόσληψη δεν υφίσταται»! 


************

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέο Πλανόδιον"

14/7/17

Η μετανάστρια γλώσσα...



Της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ /Μτφρ: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η γλώσσα μεταναστεύει. Οι λέξεις ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, από γλώσσα σε γλώσσα, από τον έναν πολιτισμό στον άλλον. Τα κορμιά μας μεταναστεύουν: κύτταρα και βακτήρια μεταναστεύουν επίσης. Και γαλαξίες ολόκληροι μεταναστεύουν.

Προς τι λοιπόν όλη αυτή η φασαρία εναντίον των μεταναστών; Δεν μπορεί, παρά να στρέφεται εναντίον του ίδιου μας του εαυτού, εναντίον της ζωής της ίδιας.

Πριν είκοσι χρόνια, θέλησα να διευρύνω τη λέξη «μετανάστης», διαβάζοντας μέσα της μια επικίνδυνη μείξη από ρίζες λατινικές και γερμανικές. Φαντάστηκα τη λέξη «μετανάστης», “migrant” στα αγγλικά, να προέρχεται από το λατινικό mei που σημαίνει την αλλαγή και την κίνηση, και το gra που θα πει «καρδιά» από το γερμανογενές kerd. Έτσι, ο «μετανάστης» μετατράπηκε στην «αλλαγμένη καρδιά»,

μια καρδιά μες στον πόνο,

που αλλάζει την καρδιά της γης.

Η λέξη «μετανάστης», ως “immigrant” στα αγγλικά, θα σήμαινε τότε «δώσε μου ζωή». Εξάλλου το ρήμα “grant” θα πει «προσφέρω, παραχωρώ, χορηγώ» και σχετίζεται με την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα dhe που σημαίνει την «πράξη» και το «νόμο». Γι’ αυτό και το επίθετο “sacerdotal” αναφέρεται στην τέλεση ιερών μυστηρίων.

Ποιο είναι λοιπόν το μυστήριο που τελείται από εκατομμύρια ανθρώπων που μετακινούνται ανά τον κόσμο αναζητώντας ένα ασφαλές λιμάνι; Δείχνοντάς μας επιπλέον κατάμουτρα την αδιαφορία μας και τη συνενοχή μας για τους συνεχιζόμενους πολέμους;

Είναι ο πόνος τους αρκετά δυνατός, ώστε να αλλάξει τις δικές μας καρδιές και να δούμε το ρόλο μας σε όλο αυτό;

Η Μαργαρίτα, μια φίλη μετανάστρια, χρησιμοποίησε το ρήμα “wounder”, συνδυάζοντας το ρήμα «απορώ», «αναρωτιέμαι» (“wonder”) με την «πληγή» (“wound”), κάτι που αποδίδει ιδανικά την πραγματική μας κατάσταση!

Ο Βιθέντε Ουιντόμπρο είχε γράψει: «Άνοιξε το στόμα σου για να λάβεις την όστια του πληγωμένου λόγου.»

Η πληγή είναι ένα μάτι. Μπορούμε να το κοιτάξουμε κατάματα;

Ειδικότης μου δεν είναι να νιώθω,/παρά να βλέπω./ Γι’ αυτό λέω:/ (η λέξη είναι μια σκληρή ματιά). —Ροζάριο Καστεγιάνος

Δεν βλέπω με τα μάτια:/ Μάτια μου, οι λέξεις. —Οκτάβιο Πας

Το 1980 βρισκόμουν εξόριστη στη Μπογοτά, όπου ετοίμαζα το πρότζεκτ “Palabrarmas[1]”, με το οποίο επιχείρησα να ανοίξω τις λέξεις προκειμένου να δω τι είχαν εκείνες να μου πουν. Ως νέα ποιήτρια, τότε, είχα για οδηγό μια ρήση του Νοβάλις, ότι «η ποίηση είναι η αρχέγονη θρησκεία της ανθρωπότητας». Ζώντας στη βίαιη εκείνη πόλη της Κολομβίας, θέλησα να δω αν συμμερίζεται κανείς αυτή την άποψη κι έτσι βγήκα στο δρόμο με μια κάμερα ανά χείρας και μια ομάδα εθελοντών, προκειμένου να ρωτήσω τους περαστικούς. Ρωτούσα οποιονδήποτε περνούσε από μπροστά μου «Τι σημαίνει η ποίηση για σένα;». Τις καλύτερες απαντήσεις τις πήρα από επαίτες, πόρνες κι αστυνομικούς. Η καλύτερη δε όλων ήταν με διαφορά: “Que prosiga”, που θα πει κάτι σαν «ας συνεχίσει», «ας μακροημερεύσει». Πώς να μεταφράσω την υποτακτική, την πιο όμορφη μορφή που αποκτά το ρήμα στην ισπανική γλώσσα; Η υποτακτική σημαίνει αυτό που «τάσσεται υπό» τη δύναμη του αγνώστου. Αφορά ένα μελλοντικό ενδεχόμενο που προκύπτει υπό συνθήκες απρόβλεπτες, πράγμα που συμπίπτει πλήρως με τον ορισμό της αναδυόμενης ιδιότητας ως κβάντο.

Αν ψάξει κανείς στο Google τη λέξη «υποτακτική», θα βρει την περιγραφή της ως έγκλισης, στα αγγλικά “mood”, λες και το ρήμα θα μπορούσε να νιώσει και να έχει μια ‘διάθεση’. Θα βρει ακόμη ότι πρόκειται για εκείνη τη «μορφή του ρήματος που χρησιμοποιείται προκειμένου να εκφραστεί μια ευχή, μια παρότρυνση, μια διαταγή ή μια εναντίωση». Ή ακόμη ότι «η υποτακτική ενεστώτα είναι η γυμνή μορφή του ρήματος, δηλαδή το ρήμα δίχως κατάληξη».


Τη λάτρεψα αυτή την ερμηνεία, αυτή την ανεξάντλητη μορφή του γυμνού ρήματος! Ο άντρας που καταγράφηκε στην ταινία μου σαν φευγαλέα σκιά λέγοντας «Ας μακροημερεύσει» έμεινε στην κάμερά μου μια στιγμή, και όμως εξέφρασε με δυο λέξεις την υπέρτατη ακρίβεια της ιθαγενούς προφορικής παράδοσης. Όσοι βλέπουν την ταινία αυτή σήμερα, δεν μπορούν να πιστέψουν ότι δεν ακολουθήθηκε κάποιο σενάριο, αφού στα τριανταέξι χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε φαίνεται να έχουμε ξεχάσει αυτή την τέχνη της σύνθετης έκφρασης και συνομιλίας. Στην ταινία, οι περαστικοί αυτοσχεδιάζουν δίνοντας αυθόρμητες απαντήσεις, επιδεικνύοντας ωστόσο μια γλωσσική ετοιμότητα και συναίσθηση που σήμερα μάλλον εκλείπουν. Αναρωτιέμαι λοιπόν και με πληγώνει: πώς άλλαξε αυτό; Και η καρδιά μου απαντά πως μάλλον ευθύνεται γι’ αυτή την αλλαγή ο φόβος, ο ωκεανός από ψέματα μες στον οποίο κολυμπούμε, ακολουθώντας το συνεχές ρεύμα διπροσωπίας και βίαιων δυνάμεων που μας καταδυναστεύουν. Ζώντας υπό ένα δικτατορικό καθεστώς, το πρώτο πράγμα που βλέπεις να εξαλείφεται είναι ο παιγνιώδης λόγος, η χαρά και η ελευθερία να πεις αυτό που όντως σκέφτεσαι. Ο σύνθετος δημόσιος λόγος εκλείπει και, μαζί με αυτόν, πάμπολλα είδη λόγου που καταδικάζονται σε εξαφάνιση.

Η λέξη «είδος», αγγλιστί “species”, προέρχεται από το λατινικό “speciēs” που σχετίζεται με την όραση. Ίσως χάνουμε αυτά τα είδη, αυτές τις γλώσσες και τη χαρά που συνδέεται μαζί τους γιατί δεν επιθυμούμε να δουμε τι πράττουμε. Μη βλέποντας την όραση των λέξεων, νεκρώνουμε τις αισθήσεις μας.

Ακούω τον «υπόκωφο συνεχή θόρυβο ιπτάμενων μηχανών», το βόμβο που εκπέμπουν στον κόσμο οι θανατηφόρες σκέψεις μας. Ο βόμβος αυτός σημαίνει την υπέρτατη αποκοπή μας από τις λέξεις, την ικανότητά μας να μιλούμε δίχως συναίσθηση των συνεπειών αυτών των λόγων. «Οι λέξεις είναι πράξεις» για τον Οκτάβιο Πας. Οι λέξεις μας γίνονται βόμβος, ιπτάμενα ρομπότ. Να απευαισθητοποιούμαστε, μη νιώθοντας τις λέξεις μας ως πράξεις; Δεν αναλογίζομαι μονάχα τα θύματα, αλλά και τους θύτες του ρομποτικού πολέμου, τους χειριστές αυτών των ιπτάμενων ρομπότ άνευ πληρώματος. Η Νορβηγίδα σκηνοθέτις του ντοκυμαντέρ “Drone”, Τόνια Έσεν Σέι, σχολιάζει το πώς τα παιδιά εκπαιδεύονται να σκοτώνουν παίζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια: «Κάνουν τον πόλεμο να μοιάζει με παιχνίδι, το να σκοτώνεις γίνεται πράξη ηρωική. ... Θεωρώ ότι αυτή η στρατιωτικοποίηση έχει θλιβερές επιπτώσεις», όχι μόνο για τους νέους στρατιώτες, αλλά και για την κοινωνία στο σύνολό της. Το διαφημιστικό σποτ του ντοκυμαντέρ ξεκινά με τα λόγια τέως βοηθού του Κόλιν Πάουελ κατά τη διοίκηση των Μπους/Τσήνεϋ:

ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΜΕΛΛΟΝ: ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΘΡΗΝΗΣΤΕ ΓΙΑ ΜΑΣ. Ή ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΑΛΛΑΞΕΤΕ
—Λώρενς Γουίλκερσον, απόστρατος συνταγματάρχης του στρατού των Η.Π.Α.

Στον «Αστροθόρυβο», έκθεση της Λάουρας Πουατρά στο Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Γουίτνεϋ, παρακολουθούμε μια γλώσσα που μετατρέπεται σε ποίηση και τέχνη. Ξαπλώνουμε σε ένα κρεβάτι, παρακολουθώντας τον νυχτερινό ουρανό που τον σκίζουν ιπτάμενα ρομπότ. Η αναζήτηση ταιριαστών μοτίβων, οι αλγόριθμοι που χρησιμοποιούνται για να εξολοθρεύσουν την ανθρωπότητα με αυτά τα ιπτάμενα ρομπότ, αντιστρέφεται για να αποκαλύψει τα γρανάζια του συστήματος. Και καθώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, παρακολουθούμαστε! Ένα νέο είδος οπτικής ποίησης αναδύεται και συνδέει το σώμα μας με την αληθινή πάλη για την ψυχή της Γης. Το αποτέλεσμα; Μια διερώτηση που πληγώνει: Θα φτάσουμε άραγε στο σημείο να απευαισθητοποιήσουμε τόσο τους εαυτούς μας, να γίνουμε τόσο απάνθρωποι, ώστε η ίδια η Γη να ευελπιστεί στο τέλος μας;

Η μάχη δίνεται παντού και ίσως αυτή να είναι η μόνη ομορφιά του καιρού μας. Όσοι μιλούν ακόμη κετσούα στο Περού, λένε «ομορφιά είναι ο αγώνας».

Ίσως το σκότος να γίνει πηγή φωτός. (Η ζωή εξάλλου αναγεννάται στο σκοτάδι.)

Βλέπω τον ποιητή/μεταφραστή σαν το πρόσωπο εκείνο που καταφεύγει στο σκοτάδι αναζητώντας εκείνον «τον/ην άλλον/ην» εντός του/της ή εκείνο που δεν επιθυμούμε να αντικρίσουμε, σαν να επρόκειτο η πράξη αυτή να αποκαλύψει ό,τι ο κόσμος κρατάει κρυφό. 

Ο Εδουάρδο Κον, στο βιβλίο του «Πώς σκέφτονται τα δάση: Προς μια Ανθρωπολογία Πέραν του Ανθρώπου», σημειώνει τη δημιουργία ενός καινούργιου ρήματος από τους ομιλητές κετσούα του Εκουαδόρ, του ρήματος “riparana” που θα πει «συνειδητοποιώ», «αντιλαμβάνομαι». Πρόκειται για παραλλαγή στην κετσούα του ρήματος της ισπανικής “reparar” που θα πει «παρατηρώ», «αισθάνομαι», «επιδιορθώνω», λες και η συναίσθηση ή η απλή παρατήρηση έχουν τη δύναμη να θεραπεύσουν. Για μένα, η επινόηση τέτοιων λέξεων δεν είναι παρά αληθινή ποίηση, το πιθανό μονοπάτι που θα μας οδηγήσει μακριά από την καταστροφή που προξενούμε.

Όταν με ρωτούν για το ρόλο του ποιητή στη σημερινή εποχή, αντιρωτώ: «τείνουμε τα ώτα μας ως άλλον οδηγό επιβίωσης, όπως πρότεινε ο Πάουλ Τσέλαν; Ή σωπαίνουμε και εμείς ενόψει της ίδιας μας της καταστροφής;»

Ο υποδιοικητής Μάρκος, αντάρτης με τους Ζαπατίστας, παραφράζει τον Γέροντα Αντώνιο, έναν ινδιάνικο θρύλο: «Οι θεοί αναζητούσαν τη σιωπή για να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους, μα δεν τη βρήκαν πουθενά.» Αυτό το ‘πουθενά’ είναι η εποχή μας, ο χώρος μας και ο χρόνος μας, γι’ αυτό και χρειαζόμαστε να μεταφράσουμε τη γλώσσα σε γλώσσα προκειμένου ΕΚΕΙΝΗ να πειστεί για τη δική μας συναίσθηση.

Η γλώσσα είναι ο μεταφραστής. Θα μπορούσε άραγε να μας μεταφράσει σε ένα μέρος όπου θα σταματούσαμε να ανεχόμαστε την αδικία και την εξόντωση της ζωής;

Η ζωή είναι γλώσσα. «Όταν μιλούμε, μιλάει η ζωή» διαβάζουμε στο Καουσιτάκι Ουπανισάντ. Η συναίσθηση δημιουργεί τον εαυτό της να κοιτάζει τον εαυτό της. Είναι εφήμερη και αιώνια μαζί.

Τα πάντα μεταναστεύουν. 

Ας μεταναστεύσουμε στην απορία της συναίσθησης, στην ίδια την ποίηση.



***********

Κείμενο δημοσιευμένο στα αγγλικά στον κατάλογο της έκθεσης Ντοκουμέντα [14], μεταφρασμένο με την άδεια της συντάκτριας.

[1] ΣτΜ: Λεξιπλασία της Βικούνια, σύνθετη λέξη από τις λέξεις “palabra” («λέξη») και “armas” («όπλα»).

***********

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέο Πλανόδιον"

26/6/17

Έμαθες να φεύγεις...




















Έλενα Σταγκουράκη

Έμαθες να φεύγεις


Έμαθες να φεύγεις
σε αγώνα δρόμου διαιτητής
της έναρξης του τέρματος κριτής
που τη θέση του εκχωρεί σε κάποιον ‘equis

Έμαθες να φεύγεις
είναι η ώρα της αρχής
της πειθαρχίας της πειθούς της λογικής
του πόθου υπερνικώντας τις διαθέσεις

Έμαθες να φεύγεις
όχι τώρα. από καιρό.
στο αδύνατο στο μάλλον δυνατό
αδυναμία έχοντας σε αυτήν από τις έξεις

Έμαθες να φεύγεις
είπες ήδη το «έχε γεια,
σε λίγους μήνες θα τα πούμε Θεού θέλοντος ξανά»
Έχεις μάθει μόνο φεύγοντας να μένεις._



24/6/17

Poesía contra el silencio de la violencia...



Poesía contra el silencio de la violencia
Siendo mujer en América Latina

(Discurso en el 3er Festival Internacional de Poesía “Grito de Mujer”
el 13 de marzo de 2013 en el Instituto Cervantes de Atenas - Grecia
Texto y traducción de los poemas del español al griego: Elena Stagkouraki
Embajadora del movimiento Mujeres Poetas Internacional (MPI) en Grecia)


Bajo los sonidos de la canción oficial del festival y con mucha alegría les doy la bienvenida al 3er Festival Internacional de Poesía “Grito de Mujer” con el tema de la poesía sobre la violencia hacia las mujeres. El festival, organizado por primera vez en 2011 en la República Dominicana por el movimiento “Mujeres Poetas Internacional” (bajo la presidente Jael Uribe) se extendió pronto a toda Latinoamérica y el mundo. En este movimiento participan mujeres de varias nacionalidades, juntando su voz, mejor dicho su pluma, para un objetivo común: la lucha contra la violencia hacia las mujeres en el Sur del continente americano y por otros lugares.
Este año (2013), y en la tercera organización del festival, participan 31 países en todo el mundo, entre los que por primera vez está Grecia, después de la aceptación de nuestra petición a participar y con el apoyo de la revista literaria “Poeticanet”, como también de la griega “Asociación de Autores”. El festival de este año está dedicado a Malala Yousafzai de Pakistán, la candidata de quince años para el premio Nobel de la paz. Todos conocimos por los medios de información a esta chica, a quien intentaron matar con una bala en la cabeza simplemente porque apoyaba el derecho de las mujeres a la educación. Malala solía decir que no le importaba si tenía que sentarse en el suelo o incluso en la tierra desnuda, con tal de que ella misma y todas las mujeres de su país pudieran tener acceso a la educación.
           

El verso como grito (Mayte Tudea Busto)

Quiero desde mi voz enronquecida,
alentar con la fuerza que en mí brota,
que ninguna esperanza quede rota,
y toda vida sea enaltecida.

Yo miro y mi mirada no es completa,
y mi mano sostiene quebrantada
el papel en que leo ensimismada
mi verso de mujer y de poeta.

Y este poema es grito y es denuncia,
y es dolor, rabia, furia y amargura,
y pretende servir como armadura,
y amparar mis derechos, sin renuncias.

Si la mujer es germen y es substancia,
¿por qué ha de soportar la intolerancia?

El tema del festival, es decir la violencia hacia las mujeres, no ha sido escogido por casualidad. Es más,  constituye un problema muy grave y serio tanto en América Latina como en otros países en vías de desarrollo. Las voces contra esta realidad cruel van aumentando, aunque son silenciadas de inmediato por oscuras redes de poder, mafias o paramilitares.

La mujer de la foto se llama Susana Chávez Castillo y nació en 1974 en la trágica Ciudad Juárez de México. El por qué caracterizo “trágica” a esta ciudad lo indicaremos más bajo. Hace dos años encontraron a Susana Chávez estrangulada con una bolsa negra volteada en su cabeza y con sus brazos y manos mutilados. ¿Cuál fue su crimen? Escribía. Ha sido una poetisa consagrada a los derechos de las mujeres, algo que en México como también en otros países de América Latina, la clasificaba como activista, agitadora, revolucionaria, o sea, un obstáculo por superar – algo que al final pasó.
Pero no crean, en Latinoamérica existe justicia. Se realizaron investigaciones y el caso se aclaró. La joven que escribía conscientemente a partir de sus once años por el ser humano y la mujer o, mejor dicho, por la mujer como ser humano, había cometido –según las autoridades– algunos errores: malas compañías, drogas, salió para “pasarlo bien” y no hubo ninguna intromisión del crimen organizado. Pues la relación entre “pasarlo bien”, usar drogas etc. y ser encontrada estrangulada y mutilada, la dejo a su propio juicio y su evaluación.
Así que Susana Chávez se convirtió con derecho, a diferencia de muchos seudohéroes en Grecia y otros lugares, en un símbolo y guía del mencionado movimiento de poetisas, luchando por los derechos de las mujeres en América Latina. Además, les regaló el lema que ellas adoptaron: “Ni una más!” El siguiente poema suyo ha sido desafortunadamente profético:
Sangre nuestra (Susana Chávez Castillo)
Sangre mía,
de alba,
de luna partida,
del silencio.
de roca muerta,
de mujer en cama,
saltando al vacío,
Abierta a la locura.
Sangre clara y definida,
fértil y semilla,
Sangre incomprensible gira,
Sangre liberación de sí misma,
Sangre río de mis cantos,
Mar de mis abismos.
Sangre instante donde nazco adolorida,
Nutrida de mi última presencia.

            Semejante es la historia de Marisela Escobedo, también de México, quien recibió una bala en la cabeza en 2010 durante su protesta por el asesinato de su hija dos años atrás. Escobedo había descubierto y nombrado al asesino, quién, después de admitir el crimen y hasta mostrar el lugar del asesinato, ¡fue declarado inocente según la decisión de un tribunal! Siguieron muchísimos procesos, obstáculos, retrasos, denuncias etc. y solamente el año pasado (2012), después del asesinato de Marisela Escobedo, y por la protesta generalizada que había surgido, se dio justicia de la manera ya conocida, es decir, con otras balas, esta vez en la cabeza del asesino.
 ¿Por qué, la colombiana Angélica Bello? Bello es otro ejemplo de mujer que luchaba por los derechos de las mujeres en Colombia, apoyando a las que han caído víctimas de violación por paramilitares durante los conflictos. Qué sufrimientos no tuvo de soportar: Fue amenazada. Sus hijas fueron secuestradas en 2000 y fueron repetidamente violadas por intimidación suya y de su madre. Ella misma cayó víctima de
violación en 2009. Se vio obligada a cambiar de vivienda repetidamente, denunció las amenazas que recibía a la policía, en algún momento le dieron guardaespaldas, pero todo en vano. Nada logró salvarla. El 16 del febrero pasado (2013) Angélica Bello fue encontrada muerta (mejor dicho, asesinada) en extrañas circunstancias. Bello solía decir: “Ser mujer y activista de los derechos humanos en Colombia es como ser kamikaze en Irak.” No podemos, sino darle la razón.
La una con la otra, las poetisas comprometidas (porque sí, se trata precisamente de esto) se juntan y se multiplican; comprometidas en describir la realidad de la mujer en el sur americano.

Nosotras (Hortensia Carrasco Santos)

A espaldas del silencio
tratamos de atravesar las hendiduras de los muros
de ignorar el viento acorralado en la ventana.
Indóciles queremos desprendernos de todo lo que calla
de ese decir nada que nos corruga y desmorona.

Al tanteo buscamos rehacernos
dejar de ser esa luz parda de los cuartos.
Pero la realidad se nos arrima como una hija enferma
que encuentra un regazo en nuestra mente
y anda entre neuronas desganada y repentina.

La violencia hacia las mujeres en América Latina es un fenómeno diario y “natural”, una práctica habitual, nada reprochable, sino aceptable, tanto por las mujeres mismas como por sus familias y la sociedad entera. Se espera que una mujer caiga víctima de violencia en la casa primero por su padre, siendo su hija, a continuación probablemente por el novio, siendo su novia, y seguramente por su marido, siendo su mujer. 

Mucho más allá de la existencia de organizaciones por su defensa, las latinoamericanas no cuentan ni con el apoyo de sus propios padres, los que en el peor de los casos las acusan (“no se puede, ellas habrán hecho algo para que su marido se haya molestado”) y en el mejor les advierten que lo soporten todo en silencio.

Precisamente este silencio condena e intenta a combatir este Festival, con la única manera disponible: el Grito. Algunos me comentaron el llamativo título del festival, ya que este “Grito” sonó en sus oídos griegos excesivo y de mal gusto. Quizás tengan razón en parte. Sin embargo, no debemos caer en la trampa. Aquí no se trata de un asunto de estética y así la palabra “grito” no es nada desmedida. Al contrario, logra lo que es necesario: dice las cosas con su nombre. Debemos aprender a hablar así y aceptar que los otros digan las cosas con su nombre sin que nos molestemos.

También debemos explicar y entender lo siguiente: Aquí no se trata de la emancipación de las mujeres. No se trata de alguna queja o molestia por algo que no sea respetado, ni siquiera de la lucha por la igualdad de los derechos entre hombres y mujeres. Además, no debemos enjuiciar teniendo en la mente nuestros propios criterios o la realidad en Grecia. Muchas cosas quedan todavía por hacer y resolver en nuestro país, pero algunas cosas por lo menos han sido conseguidas. Aquí hablamos de países, donde la mujer es tratada como un ser humano inferior. Y al final, debemos pensar que, mientras nosotros estamos hablando aquí de todo esto libremente, las mujeres que están haciendo lo mismo en América Latina se juegan la vida. La mujer que hablara a un público mexicano sobre las historias de Chávez y Escobedo estaría en peligro a partir del día siguiente.

Lo habitual que es la práctica de la violencia dentro de una pareja, como también el hecho de que en este movimiento participen asimismo –en honor suyo– unos cuantos hombres (aunque sean poquísimos), se muestra en el siguiente poema de Ektor Zetta Ek Balam:


Ni con el pétalo de 1 rosa (Ektor Zetta Ek Balam)

Ni con el pétalo de 1 rosa…
decía mi abuela paterna
decía mi abuela materna
Por algo lo decían

Yo me hacia como que no entendía
pero a pesar de que entonces la vida
debería ser sueños y juegos
las cosas no eran como las de jugar
a la casita con mis primas
Ni con el pétalo de 1 rosa

Pero si mi padre tenía
1 brazo como de beisbol
1 puño de campeón boxístico
1 pata de futbolista
1 espada de torero
¿Será por eso que odio los deportes?
Ni con el pétalo de 1 rosa

Mi mujer me retaba enloquecida
que la golpeara
Pégame cabrón
Cobarde no te atreves
Ni con el pétalo de 1 rosa

Sería como golpear a las mujeres
que me dieron vida/ cariño/
que me enseñaron a vivir
que me enseñaron a luchar siempre
por ser diferente a los sapiens
que no superan su simiesco origen

Quizás nos parezca imposible, pero en la muy rara ocasión en que la mujer no cayera víctima de violencia en la casa, se sentiría ignorada y despreciada y ¡le pediría ella misma a su marido que la golpeara!, como fue descrito de manera realista en el poema anterior. La tradición de la violencia dentro de la casa, sobre todo en México, tiene raíces profundísimas y podríamos fijar su procedimiento en la llegada de los colonizadores españoles, los “conquistadores”, como también del dogma católico. Sin duda, la pobreza, la depauperación y el analfabetismo son factores que hacen que este fenómeno de violación sistemática de los derechos humanos se perpetúe.


No obstante, las latinoamericanas tienen que soportar, aparte de la violencia dentro de su casa, la violencia que encontramos desafortunadamente por todo el mundo, también en las llamadas “sociedades civilizadas”. Violaciones, palizas o humillaciones forman parte de un paisaje de violencia horroroso. Tal como el del poema siguiente de Dinorah Gutiérrez de México:


Eran doce (Dinorah Gutiérrez)

Eran doce

Eran doce los años de su infancia
doce de inocencia
doce del consuelo en las cosas simples

Eran doce las palabras de una madre que no hablaba:
“Hija, pequeña, traviesa, te amo,
cuidado, te espero,
camina,
tú puedes,
ahora…”

Eran doce los sueños de la princesa
la del espejo de quimeras
la que se quedó dormida a mitad de la calle
no la de los cuentos
no la del libro de principios

Eran doce los dueños de su sangre,
de su cuerpo,
de su ropa,
de sus besos
de su tiempo

Eran doce los plagiarios de pureza
Doce
sonámbulos delirantes
y le abatían el espíritu
colgados de su cadera


Doce los del cadalso
siempre al borde del suspenso
derritiendo los escrúpulos
derribando los instintos

Eran doce los años de la princesa


Pero los suspiros se le fueron con el vicio
Inyectados con humeante veneno
sustancias tóxicas
o malos pensamientos

Eran doce…
Pero ya no festejó cumpleaños

la princesa perdió la cuenta


Como si todo esto no fuera suficiente, el crimen organizado y la mafia económica juegan muy a menudo un papel central. Es típico el fenómeno de los “feminicidios” en la Ciudad Juárez en México, a la cual nos referimos antes. Ahí, según los datos oficiales, han sido asesinadas 400 mujeres (en realidad son muchas más), mientras hay miles de las llamadas “desaparecidas”.



No es ninguna casualidad que las víctimas sean en su mayoría mujeres que trabajen en fábricas, las llamadas “maquiladoras”, que cierren contratos con empresas multinacionales extranjeras, un 80% de las cuales son norteamericanas, bajo el control, directo o indirecto, de los Estados Unidos. Esas mujeres, principalmente entre los 16 y 28 años, pobres y de familias grandes, trabajan bajo condiciones inaceptables, con un sueldo precario y tienen que viajar largas distancias cada día desde su casa hasta las maquiladoras, ya que las últimas están en lugares apartados cerca de las fronteras (por eso es que este fenómeno se nota en zonas fronterizas como Ciudad Juárez). A las mujeres las encuentran (si las encuentran en absoluto) desiertas en lugares remotos, violadas, maltratadas y ¡en la mayoría de los casos, con el rostro quemado para que se haga imposible la identificación!

Y todo esto, ¿por qué? Pues porque ¡las escenas horribles del maltrato múltiple se graban y a continuación se hacen películas sádicas, las llamadas “snuff movies”, que se venden después a redes ocultas! Los autores de estos delitos son “conocidos-desconocidos” sobre todo para las autoridades de México, las cuales cierran los ojos a este horror y no ofrecen ningún tipo de protección.

Todo lo contrario, la protección es entonces tarea de la familia de las trabajadoras, de manera que otro miembro de la familia tiene que acompañarlas desde la casa hasta su puesto de trabajo y a la inversa. Es muy trágica la declaración de un padre que una sola vez no acompañó a su hija al trabajo y aquel día ella no regresó a casa. Será ella también una “desaparecida”.

                        No es que quiera obsesionarme (Pilar Rodríguez Aranda)

No es que quiera obsesionarme
pero cuándo
dejaré de escuchar
noticias absurdas y violentas
(penetración en todos los orificios)
En todos
En todas

Cuándo
dejaré de leer
sobre feminicidios irresueltos
(sospechosos en camionetas negras)
La esperanza ennegrecida
Negro el futuro

Cuándo
dejaré de enterarme
de números y estadísticas
(Más años de cárcel recibe un ladrón
que el asesino de su mujer
si se sospecha que ha sido infiel)

Cuándo
dejaré de conocer
los detalles de sus muertes
(acuchillada 57 veces)
Violada
Torturada

Cuándo
dejaré de alterarme
al imaginar su mirada
su ignorancia y su inocencia

Cuándo
dejaré de creer
que para ser mujer hay que negarse
(no salgas, no vistas, no seas)
que si te atreves a afirmarte
te obligan a callarte
te golpean, te matan
y al final
te culpan

No. No me quiero obsesionar
pero cómo
dejar de pensar
que esos asesinos victoriosos
(que no pueden ser hombres)
existen en la misma superficie
y respiran el mismo oxígeno

Siento que va a caer
una lágrima, pero en vez
bien adentro, algo se endurece

La piedra de la fe, lava
que se enfría
cuando debiera explotar y derretirlo todo
pero para ello, necesitaría un poco más de ternura...

Si no, cómo
podré entonces soltar
esta desesperanza endurecida
para que no me rasgue por dentro
como hicieron con ellas
Todas ellas…

¿Cómo fue que extraviamos
nuestra alma colectiva?
Cuándo… cómo...

No hay duda del qué ni del dónde
Aquí y hoy
aquí y hoy

Cuándo
dejaré de sentir
que hoy y aquí
no nos merecemos

¿Qué podemos hacer nosotros entonces por todo esto? Primero, participar en el Festival “Grito de Mujer” y sus próximas organizaciones, en Grecia y otros países. Segundo, hacernos parte de la protesta y la condena internacional de la violencia hacia las mujeres del modo que cada cual pueda, por ejemplo por información constante, difusión de informaciones relevantes, etc. Por último, no debemos olvidar que la poesía puede convertirse a veces en un medio de lucha, pero es siempre bálsamo para la herida.

Una madre y tres hijas (Miriam Krüger)

Una madre y tres hijas
Una madre que las arrulla leyendo poesías
Una madre diferente a las demás
Tres hijas que son su lucha, su esperanza , su felicidad.
Una madre y tres hijas van por la vida
Soñando un día mejor
Una madre que el trabajo le roba el tiempo
Pero ella inventa horas para reír y soñar
Tres hijas que un día se volvieron mujeres
Tres mujeres muy diferentes
La mayor una gran ejecutiva, luchando para ser la mejor
La segunda con magia en las manos para crear vestidos de princesas
La tercera vive entre las líneas de una poesía que no siempre termina
Una madre que sin pedirlo se volvió abuela
Y aún guarda la manía de leer poemas.


Si se calla el cantor (Horacio Guaraní, Mercedes Sosa)

Si se calla el cantor calla la vida
porque la vida misma es todo un canto,
si se calla el cantor muere de espanto
la esperanza, la luz y la alegría.

Si se calla el cantor se quedan solos
los humildes gorriones de los diarios,
los obreros del puerto se persignan,
quién habrá de luchar por sus salarios.

Qué ha de ser de la vida si el que canta,
no levanta su voz en las tribunas,
por el que sufre, por el que no hay ninguna razón
que lo condene a andar sin manta.

Si se calla el cantor muere la rosa,
de qué sirve la rosa sin el canto,
debe el canto ser luz sobre los campos,
iluminando siempre a los de abajo.

Que no calle el cantor porque el silencio,
cobarde apaña la maldad que oprime,
no saben los cantores de agachadas,
no callarán jamás de frente al crimen.

Que se levanten todas las banderas,
cuando el cantor se plante con su grito,
que mil guitarras desangren en la noche,
una inmortal canción al infinito.

Si se calla el cantor...calla la vida...

Muchísimas gracias.
_____________________________



Enlaces:
-                     mujerespoetasinternacional.blogspot.com
-                     elgritodemujer.blogspot.com
-                     www.facebook.com/FestivalInternacionaldePoesiaGritodeMujer



Primera publicación en la revista "Cuadernos Áticos", España (https://issuu.com/cuadernoatico/docs/cuadernoatico_2)